Friday, February 6, 2026

Kate Chopin: Ιστορία Της Μιας Ώρας


Επειδή η κυρία Μάλαρντ είχε σοβαρό πρόβλημα με την καρδιά της, έπρεπε να της το φέρουν με τρόπο ότι ο άντρας της ήταν νεκρός.

Η αδερφή της Τζόζεφιν ανέλαβε να της το πει, με μισόλογα που περισσότερο έκρυβαν παρά αποκάλυπταν την αλήθεια. Ο φίλος του άντρα της, ο Ρίτσαρντς, ήταν εκεί, στο πλευρό της. Ήταν αυτός που βρισκόταν στα γραφεία της εφημερίδας όταν ήρθε η αναφορά για το σιδηροδρομικό δυστύχημα, με το όνομα του Μπρέντλυ Μάλαρντ πρώτο - πρώτο στη λίστα των «νεκρών». Και αφού βεβαιώθηκε μ’ ένα δεύτερο τηλεγράφημα, έτρεξε να προλάβει προτού κάποιος άλλος φίλος, λιγότερο προσεκτικός ή πονετικός, της πήγαινε τα κακά μαντάτα.

Η αντίδρασή της μόλις άκουσε την ιστορία δεν ήταν η συνηθισμένη, δεν παρέλυσε δίχως να μπορεί να δεχτεί τη σημασία της. Ξέσπασε σε λυγμούς και ρίχτηκε απότομα και βίαια στην αγκαλιά της αδερφής της. Όταν η θύελλα της θλίψης κόπασε, η κυρία Μάλαρντ ανέβηκε μόνη στο δωμάτιό της. Δεν ήθελε κανέναν μαζί της.

Απέναντι από το ανοιχτό παράθυρο βρισκόταν μια άνετη και ευρύχωρη πολυθρόνα. Βούλιαξε μέσα της, καθηλωμένη από μια σωματική εξάντληση που στοίχειωνε το κορμί της κι έφτανε σχεδόν ως την ψυχή της.

Στην ανοιχτή πλατεία μπροστά στο σπίτι της μπορούσε να δει τις κορυφές των δέντρων που αναρριγούσαν με τη δροσερή πνοή της Άνοιξης. Στον αέρα πλανιόταν η εξαίσια ανάσα της βροχής. Κάτω στο δρόμο ένας πλανόδιος πωλητής διαλαλούσε το εμπόρευμά του. Οι νότες από ένα μακρινό τραγούδι ίσα που έφταναν στ' αυτιά της και αμέτρητα σπουργίτια κελαηδούσαν στα γείσα των παραθύρων.

Κομμάτια γαλανού ουρανού ξεπρόβαλλαν εδώ κι εκεί ανάμεσα στα σύννεφα που είχαν μαζευτεί το ένα πάνω στο άλλο στη δυτική πλευρά του παραθύρου της.

Καθόταν με το κεφάλι της ριγμένο πίσω στο μαξιλάρι της πολυθρόνας, σχεδόν ακίνητη αλλά που και που ένας κόμπος ανέβαινε στο λαιμό της και την τράνταζε, όπως ένα παιδί που, αφού έκλαψε ώσπου να κοιμηθεί, συνεχίζει τα αναφιλητά και στο όνειρό του.

Ήταν νέα και τα χαρακτηριστικά του ωραίου και ήρεμου προσώπου της πρόδιδαν αυτοσυγκράτηση, ίσως και μια εσωτερική δύναμη. Αλλά τώρα τα μάτια της κοίταζαν απλανώς κάπου μακριά προς μια λωρίδα γαλανού ουρανού. Δεν ήταν βλέμμα στοχασμού, ήταν σαν να της είχε διακοπεί μια βαθιά σκέψη.

Κάτι την πλησίαζε και με φόβο το περίμενε. Τί να ήταν άραγε; Δεν ήξερε - ήταν τόσο φευγαλέο και απατηλό που δεν μπορούσε να το προσδιορίσει. Το αισθανόταν όμως να έρχεται ύπουλα από τον ουρανό και να την πλησιάζει μέσα από τους ήχους, τα αρώματα και τα χρώματα που γέμιζαν τον αέρα.
Τώρα η καρδιά της χτυπούσε πιο γρήγορα. Είχε αρχίσει να προσδιορίζει εκείνο που την πλησίαζε για να την κυριεύσει και επιστράτευε όλη της τη θέληση για να το διώξει - μια θέληση όμως τόσο αδύναμη όσο και τα λευκά, λεπτά της χέρια.

Μόλις εγκατέλειψε την προσπάθεια, μια λεξούλα ξέφυγε ψιθυριστά από τα μισάνοιχτα χείλη της. Την είπε ξανά και ξανά από μέσα της: «Ελεύθερη, ελεύθερη, ελεύθερη!» Το κενό βλέμμα και η επακόλουθη έκφραση του τρόμου έφυγαν από τα μάτια της που απέμειναν ζωηρά και λαμπερά. Ο σφυγμός της ήταν γρήγορος και το αίμα κυλούσε ζεστό και ήρεμο σε κάθε γωνιά του κορμιού της. Δεν έπαψε να αναρωτιέται μήπως επρόκειτο για κάποιο φριχτό αστείο. Το μυαλό της, όμως, ξεκάθαρο πια και δυναμωμένο, τη βοήθησε να απορρίψει την απίθανη αυτή εκδοχή.

Ήξερε ότι θα έκλαιγε ξανά και ξανά όταν θα έβλεπε τα ευγενικά, τρυφερά χέρια του σταυρωμένα, το πρόσωπό του, που ποτέ δεν είχε πάψει να την κοιτάζει με αγάπη, τώρα ακίνητο, γκρίζο και άψυχο. Αλλά πίσω απ' αυτήν την πικρή στιγμή έβλεπε την ατέλειωτη παρέλαση των χρόνων που θα έρχονταν και θα της ανήκαν ολοκληρωτικά. Κι εκείνη τα καλοδεχόταν με ανοιχτή αγκαλιά.

Δεν θα ζούσε για κανέναν άλλον από ‘δω και στο εξής παρά μόνο για τον εαυτό της. Η δύναμη καμιάς θέλησης δεν θα την λύγιζε πια μ’ εκείνο το τυφλό πείσμα που οι άντρες κι οι γυναίκες πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να επιβάλλουν στους συνανθρώπους τους. Η καλή ή η κακή πρόθεση έκανε τις πράξεις να μη φαίνονται πια εγκληματικές καθώς τις έβλεπε τη σύντομη εκείνη στιγμή της φώτισης.

Κι όμως, κάποιες φορές τον είχε αγαπήσει. Άλλες πάλι, όχι. Μα τί σημασία είχε; Πόσο μετρούσε η αγάπη, αυτό το άλυτο μυστήριο, μπροστά στην αυτοπεποίθηση που η ίδια κατείχε και που ξαφνικά αναγνώριζε σαν το πιο δυνατό συναίσθημα της ύπαρξής της;

«Ελεύθερη! Στην ψυχή και το σώμα μου, ελεύθερη!» συνέχισε να ψιθυρίζει.

Η Τζόζεφιν είχε γονατίσει μπροστά στην κλειστή πόρτα με τα χείλη της στην κλειδαρότρυπα και παρακαλούσε την αδερφή της να την αφήσει να μπει. «Λουίζ, άνοιξε την πόρτα, σε ικετεύω, άνοιξε την πόρτα – θα αρρωστήσεις. Τί κάνεις, Λουίζ; Για τ’ όνομα του Θεού, άνοιξε την πόρτα!» «Φύγε, δεν παθαίνω τίποτα!» Όχι, γιατί έπινε το ίδιο το ελιξήριο της ζωής από το ανοιχτό παράθυρο.

Η φαντασία της κάλπαζε στις μέρες που την περίμεναν. Μέρες ανοιξιάτικες και μέρες καλοκαιρινές κι όλων των ειδών οι μέρες θα ήταν δικές της. Είπε με μια ανάσα μια γρήγορη προσευχή για να ζήσει πολλά χρόνια ακόμα. Και μόλις χτες είχε φρίξει στη σκέψη ότι μπορεί και να ζούσε πολλά χρόνια ακόμα.

Σηκώθηκε με την ησυχία της και, μπροστά στη φορτικότητα της αδερφής της, άνοιξε την πόρτα. Ένας φλογερός θρίαμβος έλαμπε στα μάτια της καθώς στεκόταν απερίσκεπτη, σαν τη θεά της Νίκης. Αγκάλιασε τη Τζόζεφιν από τη μέση και κατέβηκαν τις σκάλες. Ο Ρίτσαρντς στεκόταν κάτω και τις περίμενε. Κάποιος άνοιγε την πόρτα μ' ένα αντικλείδι. Ήταν ο Μπρέντλυ Μάλαρντ που έμπαινε, λίγο κουρασμένος απ' το ταξίδι, κρατώντας ήρεμα το σάκο και την ομπρέλα του. Είχε βρεθεί μακριά απ' τον τόπο του δυστυχήματος κι ούτε ήξερε καν ότι είχε συμβεί το περιστατικό. Η διαπεραστική κραυγή της Τζόζεφιν του έκοψε την ανάσα καθώς ευθύς ο Ρίτσαρντς μπήκε μπροστά του για να τον κρύψει από τη γυναίκα του.

Αλλά ήταν πια πολύ αργά.

Όταν ήρθαν οι γιατροί, είπαν ότι η κυρία Μάλαρντ πέθανε από την καρδιά της - από τη χαρά που σκοτώνει.


Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom)
 
Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal τον Μάρτιο του 2018 (http://fractalart.gr/kate-chopin/)

Thursday, February 5, 2026

Jan Neruda: Ο Βρικόλακας

 

Το εκδρομικό ατμόπλοιο μάς έφερε από την Κωνσταντινούπολη στο νησί της Πριγκήπου, όπου και κατεβήκαμε. Οι επιβάτες δεν ήταν πολλοί: μια οικογένεια Πολωνών, αποτελούμενη από τον πατέρα, τη μητέρα, την κόρη και τον αγαπημένο της, κι εμείς οι δύο. Α ναι, και να μην ξεχάσω ότι ενώ βρισκόμασταν ήδη πάνω στην ξύλινη γέφυρα του Κεράτιου κόλπου που οδηγεί στην Κωνσταντινούπολη, προστέθηκε στην παρέα μας ένας Έλληνας, ένας πολύ νέος άντρας. Μάλλον ήταν καλλιτέχνης, αν κρίνω από το ντοσιέ που κουβαλούσε υπό μάλης. Μακριές μαύρες μπούκλες έπεφταν στους ώμους του, το πρόσωπό του ήταν χλωμό, και τα μαύρα μάτια του ήταν βαθιά χωμένα στις κόγχες τους. Από την πρώτη στιγμή μού τράβηξε το ενδιαφέρον, και ιδιαίτερα χάρη στην προθυμία του και στις γνώσεις του για τις συνθήκες του τόπου. Ωστόσο μιλούσε πολύ, και τελικά απομακρύνθηκα από κοντά του.

Οι Πολωνοί ήταν ιδιαίτερα ευχάριστοι. Ο πατέρας και η μητέρα ήταν ευγενικοί και διακριτικοί άνθρωποι, ο φίλος της κόρης ήταν ένας όμορφος νεαρός με απλούς και άμεσους τρόπους. Είχαν έρθει στην Πρίγκηπο για να περάσουν τους καλοκαιρινούς μήνες για το καλό της κόρης, που ήταν κάπως ασθενική. Αυτό το πανέμορφο, χλωμό κορίτσι είτε ανάρρωνε από μια βαριά αρρώστια είτε βρισκόταν στα πρόθυρα του να πάθει μια σοβαρή ασθένεια. Καθώς περπατούσε, στηριζόταν στον φίλο της και συχνά σταματούσε και καθόταν λίγο να ξαποστάσει, ενώ ένας επίμονος σιγανός ξερόβηχας παρεμβαλλόταν ανάμεσα στις ψιθυριστές της κουβέντες. Κάθε φορά που έβηχε, ο συνοδός της σταματούσε να περπατάει και περίμενε. Και κάθε φορά την κοιτούσε με συμπόνια κι εκείνη του ανταπέδιδε το βλέμμα σαν να έλεγε: «Δεν είναι τίποτα. Είμαι πολύ ευτυχισμένη!» Είχαν πίστη στην υγεία και την ευτυχία.

Ακολουθώντας τη συμβουλή του Έλληνα, που μας αποχαιρέτησε βιαστικά στην αποβάθρα, η οικογένεια έκλεισε δωμάτια σε ένα ξενοδοχείο στον λόφο. Ο ξενοδόχος ήταν Γάλλος, και όλο το κτίριό του ήταν εξοπλισμένο με άνετα και καλόγουστα έπιπλα, σύμφωνα με το γαλλικό στιλ.

Πήραμε πρωινό όλοι μαζί και όταν η ζέστη του μεσημεριού είχε πλέον υποχωρήσει κάπως, ξεκινήσαμε να ανεβαίνουμε προς την κορυφή του λόφου όπου, ανάμεσα στα σιβηρικά πεύκα του δασυλλίου, θα απολαμβάναμε τη θέα από ψηλά. Πάνω που βρήκαμε το κατάλληλο σημείο για να καθίσουμε, ο Έλληνας έκανε και πάλι την εμφάνισή του. Μας χαιρέτησε στα πεταχτά, κοίταξε γύρω του και κάθισε μόλις λίγα βήματα μακριά μας. Άνοιξε το ντοσιέ του και άρχισε να ζωγραφίζει.

«Νομίζω πως επίτηδες κάθεται με την πλάτη στους βράχους, για να μη μπορούμε να δούμε τι ζωγραφίζει», είπα.

«Δεν είναι ανάγκη», είπε ο νεαρός Πολωνός. «Έχουμε τόσα ωραία πράγματα να χαζέψουμε γύρω μας». Για να προσθέσει ύστερα από λίγο: «Έχω την εντύπωση ότι εμάς ζωγραφίζει! Ας είναι, λοιπόν!»

Και όντως είχαμε τόσα πολλά να χαζέψουμε. Δεν υπάρχει πιο όμορφη και πιο χαρούμενη γωνιά στον κόσμο από την Πρίγκηπο. Η Ειρήνη η Αθηναία, σύγχρονη του Καρλομάγνου, έζησε εκεί εξόριστη για ένα μήνα. Αν μπορούσα να ζήσω για ένα μήνα της ζωής μου εκεί, θα ήμουν ευτυχής να κουβαλάω αυτή την ανάμνηση για όλη την υπόλοιπη ζωή μου! Ποτέ δεν θα ξεχάσω ακόμα και αυτή τη μία μέρα που πέρασα στην Πρίγκηπο.

Ο αέρας ήταν καθάριος σαν διαμάντι, απαλός σαν χάδι, κι ένιωθες ότι έπαιρνε την ψυχή σου και την ταξίδευε στα πέρατα. Στα δεξιά, στην άκρη του θαλασσινού ορίζοντα, εκτείνονταν οι καφετιές Ασιατικές κορυφογραμμές, στα αριστερά, πέρα μακριά, λαμπύριζαν οι απότομες ακτές της Ευρώπης. Η γειτονική Χάλκη, το ένα από τα εννιά Πριγκιπόνησσα, υψωνόταν με τα κυπαρίσσια της σαν ένα μουντό όνειρο, καταλήγοντας σε μια υποβλητική κατασκευή – ένα άσυλο για ανθρώπους πνευματικά ασθενείς.

Η θάλασσα του Μαρμαρά είχε έναν ελαφρό κυματισμό και τα νερά της στραφτάλιζαν με όλα τα χρώματα, σαν λαμπερό οπάλι. Στο βάθος, η θάλασσα ήταν άσπρη σαν το γάλα, μετά γινόταν ροδαλή, έπαιρνε ένα λαμπερό πορτοκαλί ανάμεσα σε δύο νησιά, ενώ κάτω χαμηλά από εκεί που καθόμασταν, είχε ένα υπέροχο γαλαζοπράσινο χρώμα, σαν διάφανο ζαφείρι. Έλαμπε με όλη της την ομορφιά. Δεν φαινόταν πουθενά κανένα μεγάλο πλοίο – μόνο δύο μικρά πλεούμενα με αγγλική σημαία έπλεαν κατά μήκος της στεριάς. Το ένα ήταν ένα ατμόπλοιο μεγάλο όσο η καμπίνα ενός φύλακα, ενώ το άλλο είχε κάπου δώδεκα κωπηλάτες, και κάθε φορά που τα κουπιά τους ανασηκώνονταν όλα μαζί, έσταζε από τις άκρες τους λιωμένο ασήμι. Τα πιστά δελφίνια έκαναν βουτιές ανάμεσά τους ή αναπηδούσαν σχηματίζοντας τέλειες αψίδες στην επιφάνεια του νερού. Μέσα στο γαλάζιο του ουρανού, αετοί πετούσαν νωχελικά, μετρώντας την απόσταση ανάμεσα στις δύο ηπείρους.

Ολόκληρος ο λόφος μπροστά μας ήταν σκεπασμένος με ανθισμένα τριαντάφυλλα και η ευωδιά τους γέμιζε την ατμόσφαιρα. Ο αέρας μάς έφερνε έναν απόηχο από τη μουσική που ερχόταν από το καφενείο δίπλα στη θάλασσα.

Η φύση ήταν μαγευτική. Καθόμασταν όλοι σιωπηλοί, με την ψυχή μας ολότελα παραδομένη σ’ αυτό το παραδεισένιο τοπίο. Η νεαρή Πολωνή ήταν ξαπλωμένη στο γρασίδι με το κεφάλι της ακουμπισμένο στο στέρνο του φίλου της. Το χλωμό, λεπτό της πρόσωπο είχε ροδίσει ελαφρά, κι από τα μάτια της ξαφνικά ξεχύθηκαν δάκρυα. Ο αγαπημένος της το κατάλαβε, έσκυψε και φίλησε όλα τα δάκρυά της. Η μητέρα της άρχισε κι αυτή να σιγοκλαίει – και μέχρι κι εγώ συγκινήθηκα λιγάκι.

«Εδώ μπορεί να θεραπευτεί και το σώμα και η ψυχή», ψιθύρισε η κοπέλα. «Τι ευτυχισμένος τόπος!»

«Ο Θεός ξέρει καλά ότι δεν έχω εχθρούς, αλλά και να είχα, εδώ πέρα θα τους συγχωρούσα!» είπε ο πατέρας με τρεμάμενη φωνή.

Και μετά πέσαμε πάλι σε σιωπή. Είχαμε όλοι μια εξαιρετική διάθεση – ήταν τόσο υπέροχα όλα! Ο καθένας μας ένιωθε πως ζούσε μέσα στην ευτυχία, και όλοι μας πρόθυμα θα μοιραζόμασταν αυτή την ευτυχία με όλο τον κόσμο. Όλοι νιώθαμε το ίδιο – κι έτσι κανένας δεν ενοχλούσε τον άλλο. Σχεδόν δεν το συνειδητοποιήσαμε ότι ο Έλληνας, ύστερα από μια ώρα περίπου, σηκώθηκε, μάζεψε το ντοσιέ του, έγνεψε κοφτά και έφυγε. Εμείς μείναμε πίσω.

Τελικά, μετά από αρκετές ώρες, όταν το τοπίο γύρω μας άρχισε να παίρνει το σκούρο βιολετί χρώμα που είναι τόσο μαγικά όμορφο στον νότο, η μητέρα μάς υπενθύμισε ότι είχε έρθει η ώρα της επιστροφής. Σηκωθήκαμε και κατεβήκαμε προς το ξενοδοχείο με τον ελαφρό, ανέμελο βηματισμό που χαρακτηρίζει τα ξέγνοιαστα παιδιά. Στο ξενοδοχείο, καθίσαμε στην γραφική βεράντα.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ακούσαμε από κάτω φωνές και φασαρία. Ο Έλληνάς μας τσακωνόταν με τον ξενοδόχο, κι επειδή θέλαμε να κάνουμε χάζι, στήσαμε αυτί.

Η διασκέδαση ωστόσο δεν κράτησε πολύ. «Αν δεν είχα άλλους πελάτες, θα σου έδειχνα εγώ», βρυχήθηκε ο ξενοδόχος και ανέβηκε τα σκαλιά για να έρθει σε μας.

«Σε παρακαλώ, καλέ μου κύριε», ρώτησε ο νεαρός Πολωνός τον ξενοδόχο που πλησίαζε, «μου λες ποιος είναι αυτός ο νέος; Πώς τον λένε;»

«Ε… πού να ξέρω πώς τον λένε;» μουρμούρισε ο ξενοδόχος και έριξε ένα βλέμμα γεμάτο δηλητήριο προς τα κάτω. «Εμείς τον λέμε ‘ο Βρικόλακας’».

«Είναι καλλιτέχνης;»

«Καλλιτέχνης να σου πετύχει! Ζωγραφίζει μόνο πτώματα. Μόλις κάποιος στην Κωνσταντινούπολη ή εδώ στη γειτονιά πεθάνει, εκείνη ακριβώς τη μέρα αυτός έχει κιόλας έτοιμο το πορτρέτο του νεκρού. Αυτός ο τύπος τους ζωγραφίζει από πριν – και δεν κάνει ποτέ λάθος – σαν όρνιο!»

Η Πολωνή ούρλιαξε με τρόμο. Η κόρη της ήταν πεσμένη στην αγκαλιά της, άσπρη σαν κιμωλία. Είχε λιποθυμήσει.

Στη στιγμή, ο φίλος της κοπέλας κατέβηκε πηδώντας τα σκαλιά. Με το ένα χέρι βούτηξε τον Έλληνα και με το άλλο άρπαξε το ντοσιέ του.

Τρέξαμε όλοι ξοπίσω του. Οι δύο άντρες κυλιόνταν πάνω στην άμμο. Τα περιεχόμενα του ντοσιέ ήταν σκορπισμένα τριγύρω. Σε ένα χαρτί, ζωγραφισμένο με κηρομπογιά, ήταν το κεφάλι της νεαρής Πολωνής, με τα μάτια κλειστά κι ένα στεφάνι από μυρτιά πάνω στο μέτωπό της.


Μετάφραση από την αγγλική απόδοση της Šárka B. Hrbková (1920): Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom)

Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Diastixo τον Φεβρουάριο του 2018 (http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/pezografia/9161-neruda-choreanthi)

Wednesday, February 4, 2026

Jean Rhys: Η Απέραντη Θάλασσα Των Σαργασσών (Απόσπασμα)

Σ’ αυτό εδώ το δωμάτιο, ξυπνάω νωρίς και μένω ξαπλωμένη τρέμοντας από το κρύο γιατί κάνει παγωνιά. Κάποια στιγμή, η Γκρέις Πουλ, η γυναίκα που με φροντίζει, ανάβει φωτιά μ’ ένα χαρτί, προσανάμματα και καρβουνάκια. Γονατίζει και τη ζωηρεύει μ’ ένα φυσερό. Το χαρτί ζαρώνει, τα προσανάμματα τριζοβολάνε και πετούν σπίθες, τα καρβουνάκια σιγοκαίνε και βγάζουν μια κόκκινη λάμψη. Στο τέλος, οι φλόγες ξεπετιούνται και είναι πανέμορφες. Σηκώνομαι από το κρεβάτι και πηγαίνω κοντά για να τις δω, ενώ αναρωτιέμαι γιατί με έφεραν εδώ πέρα. Για ποιο λόγο; Θα πρέπει να υπάρχει μια εξήγηση. Τι είναι αυτό που πρέπει να κάνω; Όταν πάτησα το πόδι μου εδώ, νόμιζα πως θα έμενα μόνο για μία ή δύο μέρες, για μια βδομάδα ίσως. Αυτό σκέφτηκα όταν τον είδα και του ορκίστηκα ότι θα ήμουν συνετή σαν τα ερπετά και άκακη σαν τα περιστέρια. «Είμαι πρόθυμη να σου δώσω ό,τι έχω και δεν έχω», ήθελα να του πω, «και δεν θα σου προκαλέσω ποτέ ξανά κανένα πρόβλημα, φτάνει να με αφήσεις να φύγω.» Όμως εκείνος δεν ήρθε ποτέ.

Αυτή η Γκρέις κοιμάται στο δωμάτιό μου. Τις νύχτες, τη βλέπω καμιά φορά να κάθεται στο τραπέζι και να μετράει λεφτά. Κρατάει ανάμεσα στα δάχτυλά της ένα χρυσό νόμισμα και χαμογελάει. Μετά κρύβει όλα τα λεφτά σ’ ένα πουγκί από καραβόπανο και το κρεμάει γύρω από το λαιμό της έτσι ώστε να είναι κρυμμένο μέσα στο φόρεμά της. Στην αρχή μου έριχνε πρώτα μια ματιά, αλλά εγώ έκανα την κοιμισμένη κι έτσι τώρα το κάνει χωρίς να νοιάζεται πια για μένα. Πίνει από μια μποτίλια που έχει πάνω στο τραπέζι και μετά πέφτει για ύπνο, ή σταυρώνει τα χέρια της στο τραπέζι, γέρνει πάνω τους το κεφάλι της και αποκοιμιέται. Όμως εγώ, από το κρεβάτι μου, παρακολουθώ τη φωτιά ώσπου να σβήσει. Όταν η Γκρέις αρχίζει το ροχαλητό, σηκώνομαι και πίνω από το άχρωμο ποτό της μποτίλιας. Την πρώτη φορά που το δοκίμασα ήθελα να το φτύσω, αλλά κατάφερα να το καταπιώ. Κι όταν ξάπλωσα και πάλι στο κρεβάτι, μπορούσα να θυμηθώ περισσότερα πράγματα, και ήμουν ξανά σε θέση να σκεφτώ. Δεν κρύωνα τόσο πολύ πια.

Υπάρχει ένα παράθυρο ψηλά – δεν μπορείς να το φτάσεις για να κοιτάξεις έξω. Το κρεβάτι μου είχε κάποτε κάγκελα, αλλά τα αφαίρεσαν. Το δωμάτιο δεν έχει παρά ελάχιστα έπιπλα ακόμα: το κρεβάτι της Γκρέις Πουλ, μια μαύρη ντουλάπα, το τραπέζι μες στη μέση και δυο μαύρες καρέκλες με χαραγμένα σχέδια φρούτων και λουλουδιών. Έχουν ψηλές ράχες, αλλά είναι χωρίς μπράτσα. Η ιματιοθήκη είναι πολύ μικρή, και το δωμάτιο δίπλα σ’ αυτήν έχει τοίχους καλυμμένους με ταπετσαρία. Μια μέρα, κοιτώντας την ταπετσαρία, μου φάνηκε πως είδα τη μητέρα μου ντυμένη με βραδινό φόρεμα, χωρίς παπούτσια. Το βλέμμα της με προσπέρασε, κοίταξε πάνω από το κεφάλι μου όπως πάντα. Φυσικά ούτε λόγος να το πω αυτό στη Γκρέις. Το δικό της όνομα δεν πρέπει να ήταν Γκρέις. Τα ονόματα έχουν ιδιαίτερο βάρος, όπως όταν εκείνος επέμενε να μην με φωνάζει Αντουανέτ, και είδα την Αντουανέτ να γλιστράει έξω από το παράθυρο με όλα της τα αρώματα, τα όμορφα φορέματα και τον καθρέφτη της.

Εδώ μέσα δεν υπάρχει καθρέφτης, κι έτσι δεν μπορώ να ξέρω πώς είναι τώρα το πρόσωπό μου. Θυμάμαι που κοιταζόμουν στον καθρέφτη και βούρτσιζα τα μαλλιά μου, αλλά κυρίως το πώς τα ίδια μου τα μάτια με κοιτούσαν μέσα από τον καθρέφτη. Το κορίτσι που έβλεπα ήταν και δεν ήταν ο εαυτός μου. Πριν από χρόνια, όταν ήμουν μικρή και πολύ μόνη, είχα προσπαθήσει να φιλήσω το είδωλό μου. Αλλά το γυαλί ήταν ανάμεσά μας – σκληρό, κρύο και θαμπωμένο από την ανάσα μου. Και τώρα μού τα πήραν όλα. Τι στο καλό θέλω εδώ πέρα, και ποια είμαι;

Η εξώπορτα του δωματίου με την ταπετσαρία είναι πάντα κλειδωμένη. Ξέρω καλά πως οδηγεί σε έναν διάδρομο. Εκεί στέκεται η Γκρέις και μιλάει με μια άλλη γυναίκα την οποία δεν έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Τη λένε Λία. Αφουγκράζομαι, αλλά δεν καταφέρνω να ακούσω τι κουβεντιάζουν.

Είναι οι ίδιοι ψίθυροι που άκουγα όλη μου τη ζωή, μόνο που τώρα προέρχονται από διαφορετικές φωνές.

Όταν πέφτει η νύχτα, κι η Γκρέις έχει πιει αρκετά και πέφτει ξερή, είναι εύκολο να της πάρω τα κλειδιά. Τώρα ξέρω πού τα φυλάει. Μετά ανοίγω την πόρτα και κάνω τη βόλτα μου στο δικό τους κόσμο. Είναι ένας κόσμος όπως πάντα τον φανταζόμουν, φτιαγμένος από χαρτόνι. Κάπου τον έχω ξαναδεί στο παρελθόν, αυτόν τον χαρτονένιο κόσμο όπου κυρίαρχα χρώματα είναι το καφέ, το βαθυκόκκινο και το κίτρινο και δεν υπάρχει πουθενά φως. Καθώς προχωράω στους διαδρόμους, εύχομαι να μπορούσα να δω τι κρύβεται πίσω από το χαρτόνι. Μου λένε ότι βρίσκομαι στην Αγγλία, όμως εγώ δεν τους πιστεύω. Στο ταξίδι για την Αγγλία, χάσαμε το δρόμο μας. Πότε; Πού; Δεν θυμάμαι, αλλά χαθήκαμε. Μήπως ήταν το απόγευμα στην καμπίνα, όταν εκείνος με βρήκε να μιλάω με το παιδί που μου έφερε φαγητό; Τύλιξα τα χέρια μου γύρω από το λαιμό του και του ζήτησα να με βοηθήσει. Κι εκείνος γύρισε στον άλλο και του είπε: «Δεν ήξερα τι να κάνω, κύριε.» Εγώ τότε έδωσα μια στα ποτήρια και τα πιάτα και τα έκανα κομμάτια πάνω στο φινιστρίνι. Είχα την ελπίδα ότι το τζάμι θα έσπαγε και θα μας πλημμύριζε η θάλασσα. Ήρθε μια γυναίκα και μετά ένας ηλικιωμένος που μάζεψε τα θρύψαλα από το πάτωμα. Όση ώρα το έκανε αυτό, δεν μου έριξε ούτε μια ματιά. Ο τρίτος άντρας μου είπε, πιες αυτό και θα κοιμηθείς. Το ήπια και είπα: «Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται» - «Το ξέρω. Ποτέ δεν είναι», μου απάντησε. Και μετά αποκοιμήθηκα. Όταν ξύπνησα, ταξιδεύαμε σε μια άλλη θάλασσα. Πιο κρύα. Νομίζω πως εκείνη τη νύχτα ήταν που αλλάξαμε πορεία, και χάσαμε το δρόμο μας για την Αγγλία. Γιατί αυτό το σπίτι από χαρτόνι, στο οποίο περιφέρομαι τις νύχτες, δεν βρίσκεται στην Αγγλία.

Ένα πρωί που ξύπνησα, όλο μου το σώμα πονούσε. Δεν ήταν από το κρύο, ήταν ένα άλλο είδος πόνου. Είδα πως οι καρποί μου ήταν κόκκινοι και πρησμένοι. Η Γκρέις είπε: «Πάω στοίχημα πως θα μου πεις ότι δεν θυμάσαι τίποτα από όσα συνέβησαν το περασμένο βράδι.»
«Πότε ήταν το περασμένο βράδι;» είπα.
«Χτες.»
«Δε θυμάμαι το χτες.»
«Χτες το βράδι ήρθε ένας κύριος να σε δει», είπε.
«Ποιος απ’ όλους;»

Γιατί ήξερα ότι κυκλοφορούσαν ξένοι στο σπίτι. Όταν πήρα τα κλειδιά και βγήκα στο διάδρομο, τους άκουσα κάπου μακριά να γελάνε και να τιτιβίζουν σαν πουλιά, και το κάτω πάτωμα ήταν φωτισμένο.

Στρίβοντας σε μια γωνία, είδα μια κοπέλα να βγαίνει από την κρεβατοκάμαρά της. Φορούσε ένα λευκό φόρεμα και σιγοτραγουδούσε έναν σκοπό. Κόλλησα στον τοίχο γιατί δεν ήθελα να με δει, όμως εκείνη σταμάτησε και κοίταξε γύρω της. Δεν είδε τίποτε άλλο πέρα από σκιές, είχα φροντίσει να μην με δει, ωστόσο εκείνη δεν έφτασε στο κεφαλόσκαλο. Το έβαλε στα πόδια. Συνάντησε άλλο ένα κορίτσι και το δεύτερο κορίτσι είπε: «Είδες κανένα φάντασμα;» – «Δεν είδα τίποτα αλλά νόμισα πως ένιωσα κάτι.» – «Ήταν το φάντασμα», είπε το δεύτερο κορίτσι και κατέβηκαν μαζί τις σκάλες.

«Ποιος από όλους ήρθε να με δει, Γκρέις Πουλ;» είπα.
Φυσικά δεν ήταν εκείνος. Ακόμα κι αν κοιμόμουν, θα το είχα καταλάβει. Δεν ήρθε ακόμα να με δει. Εκείνη είπε: «Πιστεύω πως θυμάσαι πολύ περισσότερα από όσα λες ότι θυμάσαι. Γιατί συμπεριφέρθηκες έτσι τη στιγμή που εγώ τους είχα υποσχεθεί ότι θα ήσουν ήρεμη και λογική; Ποτέ ξανά δεν θα επιχειρήσω να σε καλύψω. Ο αδερφός σου ήταν που ήρθε να σε δει.»
«Δεν έχω αδερφό.»
«Είπε πως ήταν αδερφός σου.»
Το μυαλό μου γύρισε πολλά χρόνια πίσω.
«Μήπως τον έλεγαν Ρίτσαρντ;»
«Δε μου είπε το όνομά του.»
«Τον ξέρω», είπα και πετάχτηκα από το κρεβάτι μου. «Έχω εδώ την απόδειξη, εδώ την έχω, αλλά την έκρυψα, όπως κρύβω το κάθε τι, για να μην τη δουν τα διαβολικά σου μάτια. Μα που είναι; Πού το έκρυψα; Μέσα στο παπούτσι μου; Κάτω από το στρώμα; Πάνω από τη ντουλάπα; Στην τσέπη του κόκκινου φορέματός μου; Πού, πού είναι το γράμμα; Ήταν μικρό, θυμάμαι καλά ότι στον Ρίτσαρντ δεν άρεσαν τα ατέλειωτα γράμματα. Αγαπητέ Ρίτσαρντ, έλα να με πάρεις από αυτό το μέρος, γιατί εδώ θα πεθάνω από το κρύο και τη σκοτεινιά.»

Η κυρία Πουλ είπε: «Δεν υπάρχει λόγος να τρέχεις πέρα δώθε και να ψάχνεις τώρα πια. Αυτός έφυγε και δεν θα ξαναγυρίσει – ούτε κι εγώ θα ξαναγύριζα, αν ήμουν στη θέση του.»

Είπα: «Δε θυμάμαι τι συνέβη. δεν μπορώ να θυμηθώ.»
«Όταν ήρθε να σε δει», είπε η Γκρέις Πουλ, «δε σε αναγνώρισε.»
«Άναψε τη φωτιά αν θες», είπα, «κρυώνω τρομερά.»
«Ο κύριος αυτός έφτασε εδώ ξαφνικά και επέμενε να σε δει, και να το ευχαριστώ που πήρε. Όρμησες πάνω του μ’ ένα μαχαίρι, κι όταν κατάφερε να σου πάρει το μαχαίρι, του δάγκωσες το χέρι. Δεν πρόκειται να τον ξαναδείς. Και δεν μου λες, πού το βρήκες αυτό το μαχαίρι; Τους είπα ότι το έκλεψες από μένα, αλλά εγώ είμαι πάντα πολύ προσεκτική. Τις ξέρω πολύ καλά κάτι τέτοιες σαν του λόγου σου. Δεν πήρες κανένα μαχαίρι από μένα. Μάλλον το αγόρασες εκείνη τη μέρα που σε έβγαλα έξω. Είπα στην κυρία Εφ ότι θα σου έκανε καλό να βγεις λίγο έξω.»
«Όταν πήγαμε στην Αγγλία», είπα.
«Ηλίθια», είπε, «στην Αγγλία είμαστε!»
«Δεν σε πιστεύω», είπα. «Ποτέ δεν θα με πείσετε.»
(Εκείνο το απόγευμα πήγαμε όντως στην Αγγλία. Είχε παντού γρασίδι και πρασινωπά νερά και ψηλά δέντρα που καθρεφτίζονταν μέσα στο νερό. Σκέφτηκα, λοιπόν, πως αυτό το μέρος ήταν η Αγγλία. Αν μπορούσα να πάω εκεί, θα γινόμουν και πάλι καλά κι η βοή μέσα στο κεφάλι μου θα σταματούσε. Άσε με να μείνω λίγο ακόμα, είπα, και τότε εκείνη κάθισε κάτω από ένα δέντρο και αποκοιμήθηκε. Λίγο πιο κάτω, ήταν ένα αμάξι κι ένα άλογο – μια γυναίκα κρατούσε τα γκέμια. Εκείνη ήταν που μου πούλησε το μαχαίρι. Το αντάλλαξα με το μενταγιόν που φορούσα στο λαιμό μου.)

Η Γκρέις Πουλ είπε: «Δηλαδή δεν θυμάσαι που ρίχτηκες με το μαχαίρι στον κύριο; Κι εγώ του είχα πει ότι θα ήσουν ήρεμη. ‘Πρέπει να της μιλήσω’, μου είπε. Τον προειδοποιήσαμε, βέβαια, αλλά δεν μας άκουγε. Ήμουν μέσα στο δωμάτιο, αλλά δεν άκουσα όλα όσα είπε, πέρα από το ‘Δεν μπορώ να επέμβω νομικώς ανάμεσα σε σένα και τον άντρα σου.’ Όταν είπε εκείνο το ‘νομικώς’, τότε ήταν που όρμησες πάνω του κι εκείνος σου έστριψε το χέρι για να σε αφοπλίσει κι εσύ τον δάγκωσες. Θες δηλαδή να πεις ότι δεν θυμάσαι τίποτα από όλα αυτά;»

Τώρα θυμάμαι πως δεν με αναγνώρισε. Τον είδα να με κοιτάζει και τα μάτια του στράφηκαν πρώτα στη μια γωνία του δωματίου και μετά στην άλλη, σαν να μην έβρισκαν αυτό που περίμεναν να δουν. Με κοίταξε και μου μίλησε σαν να του ήμουν εντελώς ξένη. Μα τι μπορείς να κάνεις όταν σου συμβαίνει κάτι τέτοιο; Τώρα εσύ γιατί με κοροϊδεύεις; «Ως και το κόκκινο φόρεμά μου έκρυψες για να μην το βρω; Αν το φορούσα, εκείνος θα με είχε αναγνωρίσει.»

«Κανείς δεν έκρυψε το φόρεμά σου», είπε. «Είναι κρεμασμένο στη ντουλάπα.»
Με κοίταξε και είπε: «Δεν πιστεύω να έχεις συνειδητοποιήσει πόσο καιρό είσαι κλεισμένη εδώ, καημενούλα μου.»
«Κάθε άλλο», είπα. «Μόνο εγώ ξέρω πόσο καιρό είμαι εδώ πέρα. Εκατοντάδες νύχτες και μέρες, που γλιστράνε μέσα από τα δάχτυλά μου. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Ο χρόνος δεν έχει κανένα νόημα. Όμως κάτι που μπορείς να αγγίξεις και να κρατήσεις, σαν το κόκκινο φόρεμά μου, αυτό μάλιστα, έχει νόημα. Πού είναι;»

Έστρεψε το κεφάλι της προς τη ντουλάπα και οι γωνίες του στόματός της έγειραν προς τα κάτω. Μόλις γύρισα το κλειδί στη ντουλάπα, το είδα να κρέμεται εκεί, κόκκινο σαν τη φωτιά, σαν το ηλιοβασίλεμα. Σαν τα φλεγόμενα λουλούδια. «Αν σε θάψουν κάτω από ένα φλεγόμενο δέντρο», είπα, «η ψυχή σου θα αναληφθεί όταν το δέντρο ανθίσει. Όλοι θέλουν να τους συμβεί αυτό.»

Κούνησε το κεφάλι της αλλά δεν έκανε βήμα, ούτε με άγγιξε.

Η μυρωδιά που έβγαζε το φόρεμα ήταν αδιόρατη στην αρχή, αλλά μετά έγινε πιο έντονη. Μύριζε νάρδο και πικραμύγδαλο, κανέλα και σκόνη, είχε το άρωμα που αναδίνουν οι λεμονιές όταν καρποφορούν. Το άρωμα του ήλιου και την ευωδιά της βροχής.

* * *

Πήρα το κόκκινο φόρεμα από την κρεμάστρα και το κράτησα μπροστά μου. «Με κάνει να φαίνομαι πρόστυχη και εξεζητημένη;» είπα. Γιατί έτσι μου είχε πει αυτός ο άντρας… «Είσαι άτιμη κόρη από άτιμη μάνα», μου είπε.

«Παράτα το», είπε η Γκρέις Πουλ, «κι έλα να φας το φαΐ σου. Φόρεσε το γκρίζο σάλι σου. Μου είναι αδύνατο να καταλάβω γιατί δεν σου δίνουν τίποτα καλύτερο. Αφού είναι πολύ πλούσιοι.»

Όμως εγώ κράτησα το φόρεμα στα χέρια μου και αναρωτήθηκα αν είχαν κάνει την πιο ποταπή και απαίσια πράξη: αν το είχαν αλλάξει όταν εγώ δεν ήμουν μπροστά. Γιατί μπορεί να το είχαν αλλάξει, και να μην ήταν πια αυτό το δικό μου φόρεμα – όμως τότε πώς κατάφεραν να πετύχουν την ίδια μυρωδιά;

«Μην κάθεσαι εκεί πέρα και τουρτουρίζεις», μου είπε μ’ έναν τόνο αρκετά ευγενικό για εκείνη.

 Άφησα το φόρεμα να πέσει στο πάτωμα και το βλέμμα μου πήγε από τη φωτιά στο φόρεμα και από το φόρεμα στη φωτιά.

Έριξα το γκρίζο σάλι στους ώμους μου αλλά της είπα πως δεν πεινούσα, κι εκείνη δεν προσπάθησε να με αναγκάσει να φάω, όπως κάνει καμιά φορά.

«Καλύτερα που δεν θυμάσαι τα χτεσινοβραδινά», είπε. «Ο κύριος λιποθύμησε κι έγινε χαμός εδώ πάνω. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο αίματα, κι έριξαν σε μένα το φταίξιμο που σε άφησα να του επιτεθείς. Και το αφεντικό έρχεται σε λίγες μέρες. Άλλη φορά δεν έχει βοήθεια από μένα. Έχεις ξεπεράσει κάθε όριο, και κανείς δεν μπορεί να σε βοηθήσει.»

Είπα: «Αν φορούσα το κόκκινο φόρεμά μου, ο Ρίτσαρντ θα με είχε αναγνωρίσει.»
«Το κόκκινο φόρεμά σου», είπε και γέλασε.

 Όμως εγώ κοίταξα το φόρεμα στο πάτωμα κι ήταν σαν να είχε απλωθεί η φωτιά σε όλο το δωμάτιο. Ήταν πανέμορφο και μου θύμισε κάτι που έπρεπε να κάνω. Νόμιζα πως όπου να’ ναι θα κατάφερνα να θυμηθώ. Θα ξαναβρώ τη μνήμη μου από στιγμή σε στιγμή.



Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom)

Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal τον Νοέμβριο του 2017 (http://fractalart.gr/i-aperanti-thalassa-twn-sargasswn/)

Tuesday, February 3, 2026

Giovanni Verga: Αγροτική Ιπποσύνη

  
Από τη μέρα που ο Τουρίντου Μάκα, ο γιος της κυρα-Νούντσια, απολύθηκε από τον στρατό, έβγαινε κάθε Κυριακή κι έκανε τις βόλτες του στην πλατεία και καμάρωνε σαν τον διάνο φορώντας τη στολή του οπλίτη και το κόκκινο κασκέτο, ίδιο με το φέσι του τσιγγάνου που κάθεται και λέει τη μοίρα πίσω από τον πάγκο με τα καναρίνια. Τα κορίτσια, με τη μύτη χωμένη στο σάλι τους, τον έτρωγαν με τα μάτια τους στο δρόμο για την εκκλησία, και τα πιτσιρίκια στροβιλίζονταν γύρω του σαν μύγες. Είχε φέρει και μια πίπα, που είχε πάνω στο κύπελλό της σκαλισμένο τον βασιλιά στο άλογό του, τόσο ζωντανό που νόμιζες ότι θα σου μιλήσει – και ο Τουρίντου άναβε τα σπίρτα στο πίσω μέρος του παντελονιού του ανασηκώνοντας το ένα του πόδι λες κι ήθελε να δώσει καμιά κλωτσιά. Μάταιος κόπος, φυσικά, αφού η Λόλα, η κόρη του κυρίου Άντζελο, είχε χαθεί από προσώπου γης, ούτε στο μπαλκόνι της είχε φανεί ούτε και στη λειτουργία από τότε που αρραβωνιάστηκε έναν τύπο από τη Λικόντια, αμαξά στο επάγγελμα και μάλιστα από τζάκι, που είχε και τέσσερα μουλάρια από το Σορτίνο στους στάβλους του. Μόλις ο Τουρίντου έμαθε τα καθέκαστα, ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε! Πολύ θα ήθελε να του βγάλει τ’ άντερα, αυτό ήθελε να του κάνει αυτουνού του μασκαρά απ’ τη Λικόντια. Αλλά, βέβαια, δεν έκανε τίποτα τέτοιο, μόνο αρκέστηκε σε σπαραξικάρδιες καντάδες κάτω από το παράθυρο της καλής του.

-Μα δεν έχει τίποτ’ άλλο να κάνει αυτό το παιδί, παρά να κάθεται και να τραγουδάει όλη νύχτα σαν μοναχικός σπουργίτης; απορούσαν οι γείτονες.

Κι έφτασε επιτέλους η μέρα που έπεσε πάνω στη Λόλα η οποία είχε πάει να προσευχηθεί στην Παναγία. Εκείνη, λοιπόν, ούτε χλόμιασε ούτε και κοκκίνισε μόλις τον είδε, σα να της ήταν αδιάφορος.

-Νά ‘ξερες πόσο χαίρομαι που σε βλέπω! είπε ο Τουρίντου.
-Βρε τον Τουρίντου! Έμαθα πως γύρισες στις αρχές του μήνα.
-Κι εγώ έμαθα πολλά και διάφορα! της απάντησε. Στ’ αλήθεια δηλαδή θα παντρευτείς τον Άλφιο, τον αμαξά!
-Αφού είναι θέλημα Θεού! είπε η Λόλα σφίγγοντας με το χέρι της τις δυο άκρες του μαντιλιού της κάτω απ’ το πηγούνι της.
-Και το θέλημα του Θεού είναι αυτό που σε συμφέρει! Για να ‘χουμε καλό ρώτημα, θέλημα Θεού ήταν και που ήρθα από τόσο μακριά για ν’ ακούσω αυτά τα υπέροχα νέα, κυρία Λόλα;

Προσπαθούσε ο καημένος να δείξει πως η υπόθεση δεν τον ενδιέφερε, αλλά η φωνή του ακουγόταν βαριά - και περπατούσε μπροστά από την κοπέλα μ’ έναν κομπασμό που έκανε τη φούντα του κασκέτου του να χοροπηδάει πάνω στους ώμους του. Η κοπέλα δεν μπορούσε να τον βλέπει έτσι κατσουφιασμένο, αλλά δεν της έκανε καρδιά να τον ξεγελάσει με γλυκόλογα.
-Άκου φίλε μου Τουρίντου, είπε, πρέπει να μ’ αφήσεις να πάω με τις άλλες. Τί θα πουν οι γείτονες αν μας δουν μαζί;
-Δίκιο έχεις, απάντησε ο Τουρίντου. Τώρα που θα πάρεις τον Άλφιο που έχει τέσσερα μουλάρια στους στάβλους του, δεν θα ‘ναι σωστό να σε σχολιάζουν. Τον καιρό που υπηρετούσα, όμως, η καημένη η μανούλα μου αναγκάστηκε να πουλήσει το ψωρομούλαρό μας κι εκείνο το αμπελάκι που είχαμε πλάι στη δημοσιά. Άλλαξαν φαίνεται τα πράγματα κι έχεις ξεχάσει τις μέρες που καθόμασταν και κουβεντιάζαμε ώρες ολόκληρες ή τότε που μου έδωσες ετούτο δω το μαντίλι λίγο πριν φύγω κι ένας θεός ξέρει πόσα δάκρυα σκούπισα μ’ αυτό καθώς έφευγα για μέρη τόσο μακρινά που κόντεψα να ξεχάσω το όνομα του τόπου μας. Άντε γεια, κυρία Λόλα. Καιρός είναι να κλείσουμε τους λογαριασμούς μας και να βάλουμε τέλος στη φιλία μας.

Και η κυρία Λόλα όχι μόνο παντρεύτηκε τον αμαξά της, αλλά μάλιστα βγήκε και την επόμενη Κυριακή στο μπαλκόνι της με τα χέρια στη μέση για να δουν όλοι τα εντυπωσιακά χρυσά δαχτυλίδια που της χάρισε ο άντρας της.

Ο Τουρίντου συνέχισε τις βόλτες του στο σοκάκι με την πίπα στα χείλια και τα χέρια στις τσέπες παριστάνοντας τον αδιάφορο και κλείνοντας το μάτι στα κορίτσια - αλλά γινόταν έξαλλος στη σκέψη ότι ο σύζυγος της Λόλας ήταν τόσο πλούσιος κι ότι εκείνη δεν του έδινε την παραμικρή σημασία καθώς περνούσε κάτω από το μπαλκόνι της.

-Θα στη φτιάξω εγώ, και θα σε πάρω από αυτό το βρομόσκυλο! έλεγε μέσα απ’ τα δόντια του.

Απέναντι από το σπίτι του Άλφιο έμενε ο κύριος Κόλα ο αμπελουργός, που λέγανε πως ήταν ζάπλουτος, και είχε μια κόρη.

Ο Τουρίντου έλεγε κι έκανε τόσα πολλά που ο κύριος Κόλα τον πήρε τελικά στη δουλειά του – κι εκείνος δεν έχασε καιρό κι άρχισε να μπαινοβγαίνει στο σπίτι και να λέει διάφορα γλυκόλογα στο κορίτσι.

-Πώς και δεν τα λες όλα αυτά τα χαριτωμένα στην κυρία Λόλα; τον ρωτούσε η Σάντα.
-Η Λόλα είναι μεγάλη κυρία τώρα! Η Λόλα τώρα έχει πάρει κοτζάμ βασιλιά για σύζυγο!
-Μάλλον εγώ είμαι πολύ λίγη για έναν βασιλιά.
-Εσύ αξίζεις όσο εκατό Λόλες. Ξέρω όμως κάποιον που δεν θα έδινε δεκάρα για την κυρία Λόλα και τον αφέντη της, αν έβλεπε εσένα. Γιατί αυτή δεν είναι άξια ούτε τα παπούτσια να σου δέσει, μα την αλήθεια!
-Όσα δεν φτάνει η αλεπού...
-Τους λέει, τί χαριτωμένα που είστε, μικρά μου σταφυλάκια!
-Κάτω τα ξερά σου, επιτέλους, βρε Τουρίντου!
-Φοβάσαι μη σε φάω;
-Όχι δα! Ούτε εσένα φοβάμαι, ούτε τον Θεό σου.
-Καλά πια, όλοι το ξέρουμε ότι η μητέρα σου ήταν από τη Λικόντια. Είσαι θερμόαιμο κορίτσι. Θα μπορούσα να σε φάω με τα μάτια μου!
-Αν είναι έτσι, να με φας με τα μάτια σου και να μην αφήσεις ούτε ψιχουλάκι. Αλλά στο μεταξύ άντε φέρε μου εκείνο το δεμάτι με τις βέργες.
-Κι όλο το σπίτι θα σήκωνα για χάρη σου, μα την αλήθεια!

Για να μην προσέξει το κοκκινισμένο της πρόσωπο, άρπαξε μια βέργα και του την πέταξε, και λίγο έλειψε να τον πετύχει.

-Κόφτο! Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια.
-Αν ήμουν πλούσιος, Σάντα, μια γυναίκα σαν εσένα θα παντρευόμουν!
-Δεν πρόκειται να πάρω κανέναν βασιλιά, σαν τη Λόλα, αλλά όταν ο Κύριος μού στείλει το σωστό παιδί, θα έχω κι εγώ την προίκα μου όπως κι εκείνη.
-Ναι, βέβαια, το ξέρουμε πως είσαι πλούσια!
-Μιας και ξέρεις τόσα πολλά, βούλωσέ το, γιατί όπου να ‘ναι θα ‘ρθει ο πατέρας μου και δεν έχω καμία όρεξη να με κάνει τσακωτή στην αυλή.

Ο πατέρας στραβομουτσούνιασε αλλά η κοπέλα έκανε πως δεν το πρόσεξε γιατί η φούντα του κασκέτου του οπλίτη είχε κάνει τα φυλλοκάρδια της να τρέμουν και χόρευε ασταμάτητα μπροστά στα μάτια της. Όταν ο πατέρας της έδιωξε τον Τουρίντου από το σπίτι, η κόρη έβγαινε στο παράθυρό της κι ήταν ικανή να κάθεται και να του μιλάει όλο το απόγευμα, μέχρι που η γειτονιά δεν είχε άλλο θέμα για συζήτηση.

-Είμαι τρελός για σένα, έλεγε ο Τουρίντου. Δε μπορώ να φάω κι έχω χάσει τον ύπνο μου.
-Μωρέ τί μας λες!
-Μακάρι να ήμουν ο γιος του Βίκτωρα Εμμανουήλ(*) για να σε παντρευτώ!
-Μπα;
-Μα την Παναγία, θα μπορούσα να σε φάω σαν ζαχαρωτό!
-Τώρα μάλιστα!
-Στην τιμή μου!
-Βρε τί έπαθα!

Η Λόλα, λοιπόν, που τ’ άκουγε όλα αυτά κάθε βράδυ κρυμμένη πίσω από μια γλάστρα με μυριστικό βασιλικό, πότε άσπριζε και πότε κοκκίνιζε, και μια μέρα φώναξε στον Τουρίντου:

-Άλλο και τούτο, φίλε μου Τουρίντου, οι παλιοί καλοί φίλοι να μη χαιρετιούνται!
-Για τ’ όνομα του Θεού! είπε μ’ έναν αναστεναγμό ο Τουρίντου, ευλογημένος όποιος σε χαιρετήσει!
-Άμα θες να με χαιρετήσεις, το σπίτι μου το ξέρεις, απάντησε η Λόλα.

Και ο Τουρίντου άρχισε να την χαιρετάει τόσο συχνά που η Σάντα το πρόσεξε και τού ‘κλεινε το παράθυρο στα μούτρα. Οι γείτονες τον έδειχναν χαμογελώντας ή κουνούσαν το κεφάλι τους όταν περνούσε με τη στολή του οπλίτη. Ο σύζυγος της Λόλας έλειπε, είχε πάει περιοδεία με τα μουλάρια του στα πανηγύρια της περιοχής.

-Λέω να πάω την Κυριακή να εξομολογηθώ, γιατί είδα χτες στον ύπνο μου μαύρα σταφύλια, είπε η Λόλα.
-Μην πας από τώρα! την παρακάλεσε ο Τουρίντου.
-Όχι, όχι, τώρα που έρχεται Πάσχα, ο άντρας μου θα θέλει να μάθει γιατί δεν πήγα να εξομολογηθώ.
-Αχά! μουρμούρισε η Σάντα περιμένοντας τη σειρά της γονατιστή μπροστά στον εξομολόγο όπου η Λόλα έπαιρνε άφεση αμαρτιών. Στη ζωή μου, δε θα σ’ έστελνα στη Ρώμη για να μετανοήσεις!

Ο καλός μας ο Άλφιο γύρισε πίσω με τα μουλάρια του και με σεβαστά κέρδη κι έκανε δώρο στη γυναίκα του ένα ωραίο φόρεμα για τις γιορτές.

-Καλά κάνεις και της φέρνεις δώρα, του είπε η γειτόνισσά του η Σάντα. Γιατί και η γυναίκα σου, όσο έλειπες, μια χαρά το στόλιζε το σπιτικό σου με τις προστυχιές της!
Ο κύριος Άλφιο ήταν από κείνους τους αμαξάδες που πάνω από όλα βάζουν την τιμή τους κι έτσι, με το που άκουσε να κουτσομπολεύουν τη γυναίκα του μ’ αυτό τον τρόπο άλλαξε χρώμα, λες και τον είχαν μαχαιρώσει.
-Που να πάρει ο διάολος! φώναξε. Έτσι κι έκανες λάθος, δεν θα σου αφήσω μάτια για να κλαις, ούτε σ’ εσένα ούτε σ’ όλο σου το σόι!
-Έχω ξεχάσει πώς κλαίει ο κόσμος! απάντησε η Σάντα. Δεν έκλαψα ούτε κι όταν είδα με τα ίδια μου τα μάτια το γιο της κυρα-Νούντσια, τον  Τουρίντου, να μπαίνει νύχτα στο σπίτι της γυναίκας σου.
-Αν είναι έτσι, να ‘σαι καλά που μου άνοιξες τα μάτια.

Τώρα που ο σύζυγος γύρισε σπίτι του, ο Τουρίντου δεν περνούσε πια τις μέρες του στο σοκάκι, αλλά έπνιγε τον καημό του στην ταβέρνα με τους φίλους του - κι ανήμερα το Πάσχα έβαλαν σ’ ένα τραπέζι ένα πιάτο μ’ ένα τεράστιο λουκάνικο. Με το που μπήκε μέσα ο κύριος Άλφιο, ο Τουρίντου κατάλαβε το λόγο της εμφάνισής του από τον τρόπο που τον κοίταξε, κι άφησε το πιρούνι πάνω στο πιάτο του.

-Τί μπορώ να κάνω για σένα, φίλε μου Άλφιο; ρώτησε.
-Τίποτα σπουδαίο, φίλε μου Τουρίντου. Είναι που έχω πολύ καιρό να σε δω και θέλω να μιλήσουμε για το θέμα.
Ο Τουρίντου του πρόσφερε αμέσως ένα ποτήρι, αλλά ο Άλφιο το έσπρωξε πέρα με το χέρι του. Ο Τουρίντου τότε σηκώθηκε πάνω και τού είπε:
-Όποτε θέλεις, φίλε μου Άλφιο.
Ο αμαξάς έριξε το χέρι του στους ώμους του νεαρού.
-Έλα αύριο το πρωί στις φραγκοσυκιές της Καντσίρια και θα τα πούμε, φίλε μου Τουρίντου.
-Μόλις βγει ο ήλιος, άντε στη δημοσιά και περίμενέ με. Θα έρθω για να πάμε μαζί ως εκεί».

Και μ’ αυτά τα λόγια, αντάλλαξαν το φιλί της πρόκλησης. Ο Τουρίντου έσφιξε ανάμεσα στα δόντια του το αυτί του αμαξά επιβάλλοντας έτσι στον εαυτό του την αυριανή του υποχρέωση.

Οι φίλοι αποσύρθηκαν σιωπηλά από το πιάτο με το λουκάνικο και συνόδεψαν τον Τουρίντου ως το σπίτι του. Η καημένη η κυρα-Νούντσια είχε συνηθίσει να τον περιμένει ως αργά κάθε νύχτα.

-Μάνα, είπε ο Τουρίντου, θυμάσαι τότε που έφυγα για τον στρατό, που φοβόσουν ότι δε θα γύριζα πίσω; Δώσε μου λοιπόν ένα φιλάκι σαν και τότε γιατί αύριο θα φύγω για μακρύ ταξίδι!

Και πριν καλά – καλά ξημερώσει πήρε το στιλέτο του, που το είχε καλά κρυμμένο κάτω από τα άχυρα όσον καιρό υπηρετούσε, και ξεκίνησε για τις φραγκοσυκιές της Καντσίρια.

-Για τ’ όνομα του Θεού! Πού πας με τέτοια λύσσα; φώναξε η Λόλα τρομοκρατημένη την ώρα που ο άντρας της έφευγε από το σπίτι.
-Δεν θα πάω μακριά, απάντησε ο Άλφιο. Να εύχεσαι όμως να μη γυρίσω πίσω!

Η Λόλα έπεσε στα πόδια του κρεβατιού με το νυχτικό της και το ‘ριξε στις προσευχές. Πίεσε στα χείλη της ένα κομποσκοίνι που της είχε φέρει απ’ τους Αγίους Τόπους ο αδελφός Μπερναρντίνο κι είπε όσα Άβε Μαρία ήξερε και δεν ήξερε.

-Φίλε μου Άλφιο, άρχισε ο Τουρίντου ενώ είχε κάνει κάμποσο δρόμο πλάι στον συνοδοιπόρο του, ο οποίος παρέμενε σιωπηλός με το καπέλο του κατεβασμένο ως τα μάτια του. Μάρτυράς μου ο Θεός, το ξέρω πως έχω άδικο και θα ‘πρεπε να σ’ αφήσω να με σκοτώσεις. Αλλά λίγο πριν έρθω εδώ, είδα τη γριούλα μου - ξύπνησε από νωρίς η κακομοίρα για να με ξεπροβοδίσει με την πρόφαση ότι έπρεπε να ταΐσει τα κοτόπουλα, αλλά η καρδιά της θα πρέπει να τής είπε την αλήθεια. Και, μάρτυράς μου ο Θεός, θα σε σκοτώσω σαν σκυλί προτού η καημενούλα μου κλάψει για μένα!
-Τόσο το καλύτερο, απάντησε ο κύριος Άλφιο βγάζοντας το σακάκι του. «Βάλε τα δυνατά σου και το ίδιο θα κάνω κι εγώ.

Ήταν κι οι δύο άξιοι αντίπαλοι. Ο Τουρίντου χτυπήθηκε πρώτος και, όπως ήταν αναμενόμενο, πληγώθηκε στο χέρι. Αλλά υπολόγισε σωστά την αντεπίθεσή του και στόχευε τώρα στο τελειωτικό χτύπημα.

-Α, ρε φίλε μου Τουρίντου, το ‘χεις βάλει σκοπό να με ξεπαστρέψεις!
-Δεν στο είπα; Από την ώρα που είδα τη γριούλα μου να βγαίνει έξω για να ταΐσει τα κοτόπουλα, το πρόσωπό της δεν λέει να φύγει από τα μάτια μου.
-Άνοιξε τότε τα στραβά σου, του φώναξε ο Άλφιο, γιατί έχω πολλούς λογαριασμούς να ξεκαθαρίσω μαζί σου.

Κι όπως στεκόταν σ’ επιφυλακή σκύβοντας προς τα κάτω για να μπορεί να κρατάει το αριστερό του χέρι πάνω στην πληγή που πονούσε, με τον αγκώνα του ν’ ακουμπάει σχεδόν στο χώμα, άρπαξε ξαφνικά μια χούφτα σκόνη και την πέταξε στα μάτια του αντιπάλου του.

-Να πάρει! φώναξε ο Τουρίντου, την έβαψα!

Προσπάθησε να του ξεφύγει κάνοντας απελπισμένα βήματα προς τα πίσω, αλλά ο Άλφιο τον αποτέλειωσε με μια ακόμη μαχαιριά στο στομάχι και μια τρίτη στο λαιμό.

-Και τούτη εδώ είναι για την τιμή του σπιτιού μου που πήγες και τη λέρωσες! Μπορεί τώρα η μάνα σου να ξεχάσει να ταΐσει τα κοτόπουλά της!

Ο Τουρίντου παραπάτησε λίγο εδώ κι εκεί ανάμεσα στις αχλαδιές και τελικά έπεσε κάτω νεκρός. Το αίμα ξεπήδησε σαν κόκκινος αφρός απ’ το λαρύγγι του και δεν πρόλαβε ούτε να φωνάξει: «Μάνα μου!...».


Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom)

H μετάφραση αυτή πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παρουσία, τ. 5. και αργότερα στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal τον Μάιο του 2017 (http://fractalart.gr/giovanni-verga-agrotiki-ipposyni/)

Sunday, February 1, 2026

Rubén Darío: Η Κάμπια


Λες και, ενώ μιλούσε για τον Μπενβενούτο Τσελίνι, κάποιος χαμογέλασε ειρωνικά με τη μαρτυρία του μεγάλου αρχιτέκτονα στην Αυτοβιογραφία του ότι είδε μια φορά μια σαλαμάνδρα, ο Ισαάκ Κομοδάνο είπε:

-Μη χαμογελάτε. Ορκίζομαι ότι κι εγώ έχω δει, όπως σας βλέπω και με βλέπετε, όχι βέβαια σαλαμάνδρα, αλλά μια κάμπια ή έμπουσα.

Θα σας αφηγηθώ με λίγα λόγια το περιστατικό.

Γεννήθηκα σ' έναν τόπο όπου, όπως σ' όλη σχεδόν την Αμερική, ο κόσμος καταπιανόταν με τη μαγεία και οι μάγοι επικοινωνούσαν με τις αόρατες δυνάμεις. Οι μυστηριώδεις ιθαγενείς δεν αφανίστηκαν όταν κατέφθασαν οι κατακτητές. Ίσα ίσα μάλιστα, με την έλευση του καθολικισμού, έγινε πλέον συνήθεια η επίκληση υπερφυσικών δυνάμεων, η πίστη στο δαιμονισμό και στο κακό μάτι. Και θυμάμαι πολύ καλά πως στην πόλη όπου πέρασα τα παιδικά μου χρόνια, ο κόσμος μιλούσε για διαβολικά στοιχειά, για φαντάσματα και για πνεύματα λες κι επρόκειτο για πράγματα πολύ συνηθισμένα. Θα σας πω μερικά παραδείγματα για να καταλάβετε: το φάντασμα ενός Ισπανού συνταγματάρχη εμφανίστηκε μια μέρα στο γιο μιας φτωχής οικογένειας, η οποία ζούσε στη γειτονιά μου, και του φανέρωσε ένα θησαυρό θαμμένο στην αυλή. Το παιδί έμεινε στον τόπο όταν αντίκρισε αυτό το αλλόκοτο θέαμα, αλλά η οικογένειά του έγινε ζάπλουτη, κι οι απόγονοί της έχουν ακόμα ένα σωρό λεφτά. Ένας επίσκοπος, πάλι, είδε μπροστά του έναν άλλον επίσκοπο ο οποίος του υπέδειξε ένα μέρος όπου βρισκόταν ένα έγγραφο που για χρόνια ήταν χαμένο στα αρχεία του Καθεδρικού ναού. Μια άλλη φορά, ο διάβολος εμφανίστηκε σε μια γυναίκα μπαίνοντας από το παράθυρό της, κι εγώ το ξέρω καλά το σπίτι της. Η γιαγιά μου έπαιρνε όρκο πως τις νύχτες έκανε την εμφάνισή του ένας φρικτός καλόγερος χωρίς κεφάλι, μ' ένα χέρι τεράστιο και τριχωτό, ο οποίος τριγυρνούσε μόνος, σαν κολασμένη αράχνη. Όλα αυτά μόνο ακουστά τα έχω, από τότε που ήμουν παιδί. Αυτό όμως που είδα, αυτό που έπιασα με τα χέρια μου, το έζησα στα δεκαπέντε μου χρόνια. Αυτό που εγώ είδα κι έπιασα με τα χέρια μου, ήταν κάτι απ' τον κόσμο των σκιών και των σκοτεινών μυστηρίων.

Σ' εκείνη την πόλη, όπως σε κάποιες ισπανικές πόλεις της επαρχίας, όλοι οι γείτονες κλείδωναν τις πόρτες τους στις οχτώ και το αργότερο στις εννιά το βράδυ. Οι δρόμοι έμεναν έρημοι και σιωπηλοί. Ο μοναδικός ήχος ήταν το χουχούτισμα καμιάς κουκουβάγιας πάνω σε κάποιο γείσο ή το γάβγισμα κανενός σκυλιού πέρα μακριά.

Όποιος έβγαινε έξω για να φωνάξει το γιατρό ή τον παπά ή για άλλη νυχτερινή ανάγκη, έπρεπε να περπατήσει δύσβατα σοκάκια γεμάτα λακκούβες τα οποία ίσα που φωτίζονταν από τις λάμπες πετρελαίου που έριχναν το λιγοστό τους φως κρεμασμένες στους φανοστάτες.

Kαμιά φορά, ακουγόταν μια ηχώ από μουσική και τραγούδια. Ήταν καντάδες ισπανικού τύπου, άριες και ρομάντζες γεμάτες γλυκόλογα που απηύθυνε ο νέος στην καλή του με τη συνοδεία μιας κιθάρας. Αυτές οι καντάδες είχαν πολλές παραλλαγές στην εκτέλεσή τους: τις τραγουδούσε ο ίδιος ο ερωτευμένος νέος με την κιθάρα του, αλλά μπορούσε να κάνει το ίδιο και μια μικρή μπάντα, ένα κουαρτέτο ή ένα σεπτέτο, μέχρι και ολόκληρη ορχήστρα με πιάνο ήταν ικανός να φέρει ο νέος, εφόσον είχε λεφτά, για να παίξει κάτω απ' τα παράθυρα της δεσποσύνης των ονείρων του.

Εγώ ήμουν δεκαπέντε χρονών, γεμάτος ανησυχίες για με τη ζωή και τον κόσμο. Και μια απ' τις μεγαλύτερες φιλοδοξίες μου ήταν να μπορέσω να βγω στο δρόμο και να τρυπώσω σε κάποια απ’ αυτές τις παρέες των κανταδόρων. Πώς όμως θα τα κατάφερνα;

Η αδερφή της γιαγιάς μου, που με φρόντιζε από παιδάκι, κάθε φορά που τέλειωνε τις προσευχές της έκανε επιθεώρηση σ' όλο το σπίτι, κλείδωνε όλες τις πόρτες, έπαιρνε τα κλειδιά και πήγαινε για ύπνο μόνο όταν σιγουρευόταν πως είχα αποκοιμηθεί κάτω από την κουνουπιέρα μου. Μια μέρα, που λέτε, έμαθα πως το βράδι θα γινόταν καντάδα. Σα να μην έφτανε αυτό, ένας φίλος μου, που ήταν συνομήλικός μου, θα πήγαινε στη γιορτή και μου είχε περιγράψει τη μαγική της ατμόσφαιρα με τα πιο ζωηρά χρώματα. Ήμουν πολύ ανήσυχος ώσπου να νυχτώσει, γιατί σκεφτόμουν και κατέστρωνα το σχέδιο της απόδρασής μου. Κι έτσι, όταν έφυγαν οι επισκέπτες της γιαγιάς μου - ανάμεσά τους ήταν ένας παπάς και δυο δικηγόροι - που έρχονταν συχνά πυκνά για να μιλήσουν για τα πολιτικά ή για να παίξουν χαρτιά μαζί της, αφού λοιπόν τέλειωσε τις προσευχές της κι όλοι έπεσαν για ύπνο, το μόνο που με απασχολούσε ήταν να βάλω σε εφαρμογή το σχέδιό μου: να βουτήξω ένα κλειδί απ' τη σεβάσμια κυρία.

Το έκανα μετά από τρεις ώρες, και μάλιστα με μεγάλη ευκολία, γιατί ήξερα πού άφηνε τα κλειδιά κι επιπλέον κοιμόταν του καλού καιρού. Έχοντάς το πια στην κατοχή μου και ξέροντας σε ποια πόρτα αντιστοιχούσε, κατάφερα τελικά να βγω στο δρόμο τη στιγμή ακριβώς που άρχιζαν από μακριά ν' ακούγονται οι νότες των βιολιών, των φλάουτων και των βιολοντσέλων. Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα αληθινός άντρας. Ακολουθώντας τη μελωδία, έφτασα γρήγορα στο μέρος όπου γινόταν η καντάδα. Όσο έπαιζαν οι μουσικοί, οι παρευρισκόμενοι έπιναν μπύρες και ηδύποτα. Ύστερα ένας ράφτης, που έκανε τον τενόρο, άρχισε να τραγουδάει Στο φως του χλωμού φεγγαριού και στη συνέχεια Θυμάσαι τότε που η αυγή... Μπαίνω σε τόσες λεπτομέρειες για να καταλάβετε πόσο έντονα έχει τυπωθεί στη μνήμη μου εκείνη η νύχτα που μου συνέβη το παράξενο περιστατικό. Όταν τέλειωσαν τη καντάδα τους προς τη μια Δουλτσινέα, αποφάσισαν να στηθούν κάτω απ' τα παράθυρα μιας άλλης. Περάσαμε απ' την πλατεία του Καθεδρικού ναού. Και τότε... Σας είπα πριν πως ήμουν δεκαπέντε χρονών, ζούσα στον Τροπικό, και μέσα μου φούντωναν επιτακτικά όλες οι ανησυχίες της εφηβείας... Και στη φυλακή του σπιτιού μου, απ' την οποία έβγαινα μόνο για να πάω στο γυμνάσιο, με τέτοια αυστηρή επιτήρηση και με όλες αυτές τις πρωτόγονες συνήθειες, αγνοούσα όλα τα μυστήρια της ζωής. Και τότε... φανταστείτε τον ενθουσιασμό μου όταν, περνώντας απ' την πλατεία του Καθεδρικού ναού μαζί με τους κανταδόρους, είδα, καθισμένη σ' ένα πεζοδρόμιο, τυλιγμένη σε μια μαντίλα ίδια με κουκούλι και εκστασιασμένη, σαν παραδομένη σε κάποιο όνειρο, μια γυναίκα! Κοντοστάθηκα.

Ήταν νέα; Γριά; Ζητιάνα; Τρελή; Δε με ενδιέφερε τίποτα! Εγώ πήγαινα να κάνω την ανακάλυψη που ονειρευόμουν, να ζήσω την περιπέτεια που επιθυμούσα.

Οι κανταδόροι, στο μεταξύ, απομακρύνθηκαν.

Το φως των φαναριών της πλατείας ήταν λιγοστό. Πλησίασα. Της μίλησα. Δε θα ισχυριστώ πως της είπα λόγια τρυφερά, αλλά λόγια φλογερά και αγωνιώδη. Καθώς δεν κατάφερα να της αποσπάσω κάποια απάντηση, έσκυψα κι ακούμπησα την πλάτη αυτής της γυναίκας που δεν ήθελε να μου μιλήσει και που έκανε ό, τι μπορούσε για να μη δω το πρόσωπό της. Η αλήθεια είναι πως φέρθηκα απερίσκεπτα και αλαζονικά. Κι όταν πια νόμιζα πως είχα νικήσει, αυτή η σιλουέτα γύρισε προς το μέρος μου, αποκάλυψε το πρόσωπό της κι εμένα μου κόπηκαν τα ήπατα! Το κεφάλι της ήταν γλοιώδες και παραμορφωμένο, το ένα της μάτι κρεμόταν πάνω στο κοκαλιάρικο και μπιμπικιασμένο μάγουλό της. Μου ήρθε μια μπόχα μούχλας και αποσύνθεσης. Απ’ το αηδιαστικό της στόμα, ακούστηκε κάτι σαν βραχνό γέλιο. Και μετά αυτό το «πράγμα», κάνοντας την πιο φρικιαστική γκριμάτσα, έβγαλε έναν ήχο που θα μπορούσα να σας τον αναπαραστήσω κάπως έτσι:

-Κγκγκγκγκ!...

Μου σηκώθηκαν οι τρίχες, πετάχτηκα πάνω, ούρλιαξα μ' όλη μου τη δύναμη κι έβαλα τις φωνές.

Όταν ήρθαν τρέχοντας κάποιοι απ' τους κανταδόρους, το «πλάσμα» είχε εξαφανιστεί.

Σας δίνω το λόγο της τιμής μου, κατέληξε ο Ισαάκ Κοδομάνο, πως η ιστορία που σας αφηγήθηκα είναι πέρα για πέρα αληθινή.    



Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom)

H μετάφραση πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γραφή, τ. 42 και αργότερα στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal τον Ιανουάριο του 2017 (http://fractalart.gr/ruben-dario/)

Saturday, January 31, 2026

O. Henry: Τα Δώρα Των Μάγων

 
Ένα δολλάριο και ογδονταεφτά σεντς. Αυτά ήταν όλα. Και τα εξήντα σεντς, σε πένες κι αυτά. Πένες μαζεμένες με το ζόρι, από βερεσέδια στον μπακάλη, στο μανάβη και στον χασάπη και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που οι έμποροι έδειχναν σχεδόν απροκάλυπτα τη δυσαρέσκειά τους. Η Ντέλλα τα μέτρησε τρεις φορές. Ένα δολλάριο και ογδονταεφτά σεντς. Και αύριο ξημέρωνε Χριστούγεννα.

Προφανώς δεν είχε άλλη λύση απ'το να κουρνιάσει στον μικρό, φθαρμένο καναπέ και να ξεσπάσει σε λυγμούς, όπως κι έκανε. Κι έτσι, διαπιστώνουμε με πικρία ότι η ζωή είναι φτιαγμένη από λυγμούς, αναστεναγμούς και χαμόγελα, με τους αναστεναγμούς να κυριαρχούν.

Κι ενόσω η οικοδέσποινα περνάει σιγά - σιγά απ' το πρώτο στάδιο στο δεύτερο, ας ρίξουμε μια ματιά στο σπίτι. Ένα επιπλωμένο διαμέρισμα οχτώ δολαρίων την εβδομάδα. Όχι πως ήταν κι εντελώς για πέταμα, αλλά οπωσδήποτε δεν ήταν και κανένα παλάτι. Κάτω στην είσοδο υπήρχε ένα γραμματοκιβώτιο όπου κανένα γράμμα δεν ερχόταν κι ένα ηλεκτρικό κουδούνι που χέρι ανθρώπου δεν έμπαινε στον κόπο να χτυπήσει. Κι ακόμα, όπως ήταν φυσικό, υπήρχε μια πινακίδα με τ' όνομα «Κος Τζαίημς Ντίλλινγκαμ Γιανγκ».

Το όνομα «Ντίλλινγκαμ», που δέσποζε υπερήφανο τις καλές μέρες, τότε που ο ιδιοκτήτης του έβγαζε τριάντα δολλάρια την εβδομάδα, τώρα που το εισόδημα μειώθηκε στα είκοσι δολλάρια, έδειχνε θαμπό, λες και σκεφτόταν σοβαρά να συρρικνωθεί σ' ένα ασήμαντο και ντροπαλό «Ντ». Αλλά όποτε ο Κος Τζαίημς Ντίλλνγκαμ Γιανγκ γύριζε κι έμπαινε στο διαμέρισμα, η κυρία Τζαίημς Ντίλλινγκαμ Γιανγκ, που έχουμε ήδη γνωρίσει ως Ντέλλα, τον φώναζε «Τζιμ» και τον αγκάλιαζε με μεγάλη τρυφερότητα. Πράγμα το οποίο είναι ιδιαίτερα θετικό.

Η Ντέλλα έκλαψε όσο τραβούσε η ψυχή της κι ύστερα σκούπισε τα μάγουλά της με το μαντηλάκι της πούδρας. Στάθηκε στο παράθυρο και κοίταζε κατσουφιασμένη μια γκρίζα γάτα που περπατούσε πάνω στον γκρίζο φράχτη μιας γκρίζας αυλής. Αύριο ξημέρωνε Χριστούγεννα κι είχε μόνο ένα δολλάριο και ογδονταεφτά σεντς για ν'αγοράσει ένα δώρο στον Τζιμ.

Μάζευε την κάθε δεκάρα εδώ και μήνες, και να το αποτέλεσμα. Είκοσι δολλάρια την εβδομάδα δεν είναι αρκετά. Τα έξοδα ήταν μεγαλύτερα απ' όσο υπολόγιζε. Έτσι δε γίνεται πάντα; Μόνο ένα δολλάριο και ογδονταεφτά σεντς για ν'αγοράσει ένα δώρο στον Τζιμ. Τον Τζιμ της. Ώρες ολόκληρες σκεφτόταν τί θα μπορούσε να του αγοράσει.  Κάτι φίνο και σπάνιο - και από στερλίνα, κάτι που ν' αξίζει έστω κι ελάχιστα την τιμή ν'ανήκει στον Τζιμ.

Υπήρχε ένας ολόσωμος καθρέφτης ανάμεσα στα παράθυρα του δωματίου. Δε θά 'ταν απίθανο να δείτε ολόσωμο καθρέφτη σε διαμερίσματα των οχτώ δολαρίων. Ένας πολύ λεπτός κι ευκίνητος άνθρωπος, κοιτάζοντας διαδοχικά και χωρίς αργοπορία τις δυο πλευρές του εαυτού του, θα μπορούσε να πάρει πάνω κάτω μια ιδέα για την εμφάνισή του. Η Ντέλλα, έτσι ντελικάτη που ήταν,είχε από καιρό βρει το κόλπο.

Ξαφνικά, λοιπόν, τραβήχτηκε απ' το παράθυρο και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Τα μάτια της άστραψαν αλλά, μέσα σε δευτερόλεπτα, το πρόσωπό της έχασε το χρώμα του. Έλυσε βιαστικά τα μαλλιά της και τ' άφησε να πέσουν ελεύθερα στην πλάτη της.

Που λέτε, η Ντέλλα και ο Τζαίημς Ντίλλινγκαμ Γιανγκ για δύο πράγματα θα μπορούσαν να είναι υπερήφανοι. Το ένα ήταν το χρυσό ρολόι του Τζιμ, κληρονομιά απ' τον πατέρα και τον παππού του. Το άλλο ήταν τα μαλλιά της Ντέλλα. Αν η βασίλισσα του Σαββά έμενε σ' ένα διαμέρισμα απ'την άλλη μεριά του  ακάλυπτου, θά ήταν αρκετό να βγάλει η Ντέλλα τα μαλλιά της έξω να στεγνώσουν για να κάνει όλα τα τζοβαίρια και τα χρυσαφικά της Μεγαλειοτάτης να φαντάζουν τιποτένια. Αν ο βασιλιάς Σολομών ήταν ο θυρωρός του κτηρίου, μ' όλους του τους θησαυρούς μαζεμένους στο υπόγειο κι ο Τζιμ ήθελε να τον κάνει να σκάει απ'το κακό του κάθε φορά που εκείνος περνούσε από μπροστά του, το μόνο που θά 'χε να κάνει ήταν να βγάλει το ρολόι από την τσέπη του.

Κι έτσι τώρα τα όμορφα μαλλιά της Ντέλλα έπεφταν στους ώμους της κυματιστά και λαμπερά, σαν καστανόχρωμος χείμαρρος. Της έφταναν μέχρι κατω από τα γόνατα και τη σκέπαζαν σχεδόν ολόκληρη. Αμέσως τα ξανάδεσε, νευρικά και με φούρια. Κλονίστηκε για μια στιγμή και στάθηκε να το καλοσκεφτεί, κι ένα της δάκρυ κύλησε κι έπεσε στο τριμμένο κόκκινο χαλί.

Και να που ρίχνει επάνω της την παλιά καφετιά ζακέτα της και βάζει και το παλιό καφετί καπέλο της. Με μια ξαφνική μεταβολή που έκανε τη φούστα της ν' ανεμίσει και με τα μάτια της να πετούν και πάλι σπίθες, βγήκε απ'το διαμέρισμα στο δρόμο.

Εκεί που στάθηκε, μια πινακίδα έγραφε:

«Κα Σοφρονί. Άπαντα τα Είδη του Κομμωτηρίου».

Η Ντέλλα ανέβηκε τη σκάλα με τη μία και μετά στάθηκε για λίγο να συνέρθει απ' το λαχάνιασμα. Η κομμώτρια, χοντρή, ασπρουλιάρα και παγερή, δεν είχε την παραμικρή φινέτσα που υπονοούσε τ'όνομά της.

«Σας ενδιαφέρει ν'αγοράσετε τα μαλλιά μου;» ρώτησε η Ντέλλα.
«Πώς, βέβαια», απάντησε η κυρία. «Βγάλε το καπέλο σου για να τους ρίξω μια ματιά».

Ο καστανόχρωμος χείμαρρος ξεχύθηκε κυματιστός.

«Είκοσι δολλάρια», είπε η κυρία ζυγίζοντας το πλήθος των μαλλιών με το έμπειρο χέρι της.
«Φέρτα γρήγορα!» είπε η Ντέλλα.

Και για τις επόμενες δύο ώρες έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Μην πάρετε, όμως, αυτή τη μεταφορά τοις μετρητοίς: η Ντέλλα ήταν πανευτυχής μόνο και μόνο επειδή γύριζε τα μαγαζιά για να βρει ένα δώρο για τον Τζιμ.

Τελικά το βρήκε. Σίγουρα ήταν φτιαγμένο μόνο για τον  Τζιμ και για κανέναν άλλον. Δεν υπήρχε δεύτερο στα μαγαζιά - και τά 'χε γυρίσει όλα. Ήταν μια αλυσίδα από απομίμηση πλατίνας, απλή και λιτή στο σχέδιο, που η αξία της φαινόταν καθαρά μόνο και μόνο απ'το υλικό της κι όχι από τίποτα φανταχτερά μπιχλιμπίδια - όπως, άλλωστε, όλα τα καλά πράγματα. Και πολύ περισσότερο, ήταν ό, τι έπρεπε για ΤΟ ΡΟΛΟΪ. Μόλις την είδε, η Ντέλλα ήξερε πως ο Τζιμ έπρεπε οπωσδήποτε να την αποκτήσει. Του ταίριαζε τόσο πολύ γιατί κι εκείνος ήταν άνθρωπος σοβαρός και μετρημένος. Την πλήρωσε, λοιπόν, εικοσιένα δολλάρια και γύρισε τρέχοντας στο σπίτι με ογδονταεφτά σεντς. Με μια τέτοια αλυσίδα στο ρολόι του, ο Τζιμ θα μπορούσε να κοιτάζει την ώρα όπου κι αν βρισκόταν. Γιατί, αν και το ρολόι του ήταν μεγαλοπρεπέστατο, καμιά φορά αναγκαζόταν να το κοιτάζει στα κρυφά για να μη φανεί το παλιό δερμάτινο λουράκι που του είχε βάλει αντί για αλυσίδα.

Όταν η Ντέλλα έφτασε στο σπίτι,η μέθη της χαράς της έδωσε για λίγο τη θέση της στη σύνεση και τη λογική. Πήρε το σίδερο για τις μπούκλες, άναψε το γκάζι και βάλθηκε να διορθώσει τις ζημιές που είχαν προξενηθεί από τη γενναιοδωρία και την αγάπη της. Μεγάλη υπόθεση αυτό,αγαπητοί μου φίλοι, πολύ μεγάλη υπόθεση!

Μέσα σε σαράντα λεπτά το κεφάλι της είχε καλυφθεί από λεπτές, κοντές μπούκλες που την έκαναν να μοιάζει καταπληκτικά με άτακτο σχολιαρόπαιδο. Κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη γι' αρκετή ώρα με προσοχή και αποδοκιμασία.

«Αν ο Τζιμ δε με σκοτώσει μόλις συνειδητοποιήσει τί έκανα», μονολόγησε, «θα μου πει σίγουρα πως μοιάζω με νεοσύλλεκτο! Αλλά τί νά 'κανα - ω, τί άλλο νά 'κανα, με το ένα δολλάριο και τα ογδονταεφτά σεντς που μου είχαν απομείνει;»

Στις εφτά έφτιαξε καφέ κι έβαλε το τηγάνι πίσω απ'το φούρνο, ζεστό κι έτοιμο για να μαγειρέψει μπριζολάκια.

Ο Τζιμ δεν αργούσε ποτέ. Η Ντέλλα δίπλωσε την ψευτοπλατινένια αλυσίδα στην παλάμη της κι έκατσε στη γωνιά του τραπεζιού, δίπλα στην πόρτα της εισόδου. Σε λίγο ακούστηκαν τα βήματά του στο πρώτο γύρισμα της σκάλας και για μια στιγμή η Ντέλλα έχασε το χρώμα της. Έλεγε συχνά από μέσα της προσευχούλες για τα απλά καθημερινά πράγματα, κι έτσι τώρα ψιθύρισε:

«Σε παρακαλώ,Θεέ μου,κάνε τον να νομίσει πως είμαι ακόμα όμορφη!»

Η πόρτα άνοιξε και ο Τζιμ μπήκε μέσα και την έκλεισε πίσω του. Έδειχνε αδυνατούλης και μελαγχολικός. Ο καημενούλης, μόλις εικοσιδύο χρονών και νά 'χει την ευθύνη μιας οικογένειας! Χρειαζόταν καινούριο πανωφόρι και δεν είχε ούτε γάντια.

Μόλις μπήκε στο σπίτι, ο Τζιμ έμεινε κόκκαλο. Είχε καρφώσει το βλέμμα του στη Ντέλλα με μιαν έκφραση αδιευκρίνιστη που τη γέμιζε τρόμο. Δεν ήταν ούτε θυμός ούτε έκπληξη ούτε αποδοκιμασία ούτε τρόμος ούτε κάποιο απ'τα συναισθήματα τα οποία ήταν προετοιμασμένη ν'αντιμετωπίσει.Απλώς την κοίταζε επίμονα μ'αυτή την παράξενη έκφραση στο πρόσωπό του.

Η Ντέλλα πετάχτηκε πάνω κι έτρεξε προς το μέρος του.

«Τζιμ, αγάπη μου», φώναξε, «μη με κοιτάζεις έτσι! Έκοψα τα μαλλιά μου και τα πούλησα γιατί δε θ' άντεχα να περάσω Χριστούγεννα χωρίς να σου κάνω ένα δώρο. Θα μεγαλώσουν πάλι - δε σε πειράζει, έτσι δεν είναι; Έπρεπε να το κάνω! Τα  μαλλιά  μεγαλώνουν απίστευτα γρήγορα. Πες 'Καλά Χριστούγεννα', Τζιμ, κι ας μη χαλάσουμε τις καρδιές μας! Δε φαντάζεσαι τί ωραίο,τί υπέροχο δώρο σου έχω!»

«Έκοψες τα μαλλιά σου;» ρώτησε ο Τζιμ με κόπο, σα να μη μπορούσε να χωνέψει ακόμη το γεγονός.
«Τα έκοψα και τα πούλησα», είπε η Ντέλλα. «Σου αρέσω, όμως, όπως και νά 'χει το πράγμα έτσι δεν είναι; Ίδια είμαι και χωρίς τα μαλλιά μου, ή μήπως όχι;»

Ο Τζιμ κοίταξε ένα γύρο το δωμάτιο με περιέργεια.

«Δηλαδή πάνε τα μαλλιά σου;» είπε μ'ένα σχεδόν ηλίθιο ύφος.
«Μην τα ψάχνεις», έκανε η Ντέλλα, «Σου λέω,τα πούλησα - τα πούλησα και πάνε! Είναι Χριστούγεννα, μωρό μου. Μη με μαλώσεις που τα θυσίασα για χάρη σου! Μπορεί οι τρίχες του κεφαλιού μου να είναι μετρημένες», συνέχισε γλυκαίνοντας μ' επισημότητα τον τόνο της, «αλλά η αγάπη μου για σένα είναι απροσμέτρητη. Να βάλω τα μπριζολάκια να γίνονται, Τζιμ;»

Ο Τζιμ ξύπνησε απότομα από τη νάρκη του. Αγκάλιασε τη Ντέλλα του. Και τώρα εμείς ας ασχοληθούμε με κάτι άλλο για δέκα δευτερόλεπτα. Λοιπόν, έχουμε και λέμε: ποιά η διαφορά ανάμεσα σε οχτώ δολλάρια την εβδομάδα κι ένα εκατομμύριο το χρόνο; Αν ρωτήσουμε έναν μαθηματικό ή μια μεγαλοφυία, σίγουρα θα πάρουμε λάθος απάντηση. Αυτή η διαπίστωση φαίνεται δυσνόητη προς το παρόν, αλλά θα ξεκαθαριστεί αργότερα.

Ο Τζιμ έβγαλε ένα πακέτο απ'την τσέπη του και το πέταξε πάνω στο τραπέζι.

«Ντελ», της είπε, «μην αμφιβάλλεις στιγμή για μένα. Αλίμονο αν η αγάπη μου για σένα μετριότανε με τρίχες! Αλλά αν ανοίξεις αυτό το πακέτο, θα δεις γιατί έπαθα την πλάκα μου μόλις σε είδα!»

Με χέρια που έτρεμαν, ξετύλιξε το πακέτο. Και μετά έβγαλε μια τρελή κραυγή χαράς. Κι αμέσως αναλύθηκε σε δάκρυα και λυγμούς κι ο κύριος του σπιτιού αναγκάστηκε να επιστρατεύσει όλες του τις δυνάμεις για να την παρηγορήσει. Είδε, βλέπετε, μπροστά της ΤΑ ΧΤΕΝΑΚΙΑ - ένα σετ από δυο χτενάκια που η Ντέλλα είχε δει από μέρες σε μια βιτρίνα της λεωφόρου Μπρόντγουέυ και τά 'χε λατρέψει. Δυο πανέμορφα χτενάκια από αληθινή ταρταρούγα, με μπριγιάν στις άκρες τους, σε απόχρωση που ταίριαζε τέλεια με τα υπέροχα μαλλιά που δεν υπήρχαν πια! Ήταν ακριβά χτενάκια, το ήξερε, και η καρδιά της τα λαχταρούσε και τα ποθούσε χωρίς την παραμικρή ελπίδα ότι θα μπορούσε μια μέρα να τ' αποκτήσει. Και τώρα που ήταν δικά της, δεν είχε πια μπούκλες για να τις κοσμούν τα πολυπόθητα αυτά στολίδια.

Τα έσφιξε στην αγκαλιά της και μετά από ώρα κατάφερε να κοιτάξει τον Τζιμ στα μάτια με βλέμμα σκοτεινό και θλιμμένο χαμόγελο και να του πει: «Τα μαλλιά μου μεγαλώνουν τόσο γρήγορα, Τζιμ!»

Τότε, όμως, αναπήδησε ξαφνικά σαν αιλουροειδές και φώναξε: «Ω! Παραλίγο να το ξεχάσω!»

Ο Τζιμ δεν είχε ακόμα δει το όμορφο δώρο του. Του το έδωσε με λαχτάρα. Το ημιπολύτιμο μέταλλο γυάλιζε σαν ν'αντανακλούσε το δικό της φωτεινό και φλογερό πνεύμα.

«Δεν είναι χάρμα, Τζιμ; Γύρισα όλη την πόλη για να το βρω! Από 'δω και στο εξής, θα κοιτάς την ώρα εκατό φορές την ημέρα! Δός μου το ρολόι σου. Θέλω να δω πώς του ταιριάζει!»

Αλλά ο Τζιμ σωριάστηκε στον καναπέ, έβαλε τα χέρια πίσω απ'το κεφάλι του  και χαμογέλασε.

«Ντελ», είπε, «ας αφήσουμε τα Χριστουγεννιάτικα δώρα μας στην άκρη κι ας τα ξεχάσουμε για λίγο καιρό. Παραείναι ωραία για να τα χρησιμοποιήσουμε, προς το παρόν. Βλέπεις, πούλησα το ρολόι μου για να σου αγοράσω τα χτενάκια!... Αλήθεια, τί γίνονται εκείνα τα περίφημα μπριζολάκια;»

Οι Μάγοι, όπως ξέρετε, ήταν σοφοί άνθρωποι - εξαιρετικά σοφοί άνθρωποι - που έφεραν δώρα στο Θείο Βρέφος στη Φάτνη. Απ' αυτούς ξεκίνησε η συνήθεια των Χριστουγεννιάτικων δώρων. Σοφοί καθώς ήταν, τα δώρα τους δε μπορούσαν παρά να είναι κι αυτά έξυπνα, πιθανώς με τη δυνατότητα ανταλλαγής σε περίπτωση που δύο ήταν τα ίδια. Κι εγώ, τώρα, σας διηγήθηκα κάπως άτεχνα την απλή αυτή ιστορία δύο ανόητων παιδιών σ' ένα διαμέρισμα, που εντελώς ασύνετα θυσίασαν, το ένα για το άλλο, τους μεγαλύτερους θησαυρούς του σπιτικού τους. Αλλά, σαν τελευταία λέξη προς τους σοφούς της εποχής μας, έχω να πω πως, απ' όλους που χαρίζουν δώρα, αυτοί οι δύο είναι οι σοφότεροι. Κι απ' όλους όσοι ανταλλάσσουν δώρα, εκείνοι που τους μοιάζουν είναι οι σοφότεροι. Αυτοί είναι οι αληθινοί Μάγοι.            

Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom)

Η μετάφραση πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 95 και στη συνέχεια στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal τον Δεκέμβριο του 2016 (http://fractalart.gr/ta-dwra-twn-magwn/)

William Henry Poe: Ο Πειρατής

Είχα πάει στην Αβάνα το καλοκαίρι του 182- για δουλειά, κι αφού τακτοποίησα το ζήτημά μου όπως ήθελα, κανόνισα να επιστρέψω μ’ ένα καράβι με...