Sunday, April 5, 2026

William Henry Poe: Ο Πειρατής

Είχα πάει στην Αβάνα το καλοκαίρι του 182- για δουλειά, κι αφού τακτοποίησα το ζήτημά μου όπως ήθελα, κανόνισα να επιστρέψω μ’ ένα καράβι με προορισμό τη Νέα Υόρκη. Ενώ ταξιδεύαμε για λίγες μόλις ώρες, άρχισα να νιώθω εξάντληση και έντονους πόνους, τα πρώτα συμπτώματα του κίτρινου πυρετού. Όσο πήγαινα και χειροτέρευα, και σαν να μην έφτανε αυτό, το καράβι μας άρχισε να κουνάει άγρια, και μ’ έπιασε μια ναυτία άνευ προηγουμένου. Θα έδινα τα πάντα για να πάω ν’ αφήσω την τελευταία μου πνοή σ’ ένα ήσυχο μέρος, καθώς ένιωθα ότι αυτό ήταν το μόνο που μπορούσα να ευχηθώ. Αποκαμωμένος από την αδυναμία και εντελώς εξαντλημένος, αποκοιμήθηκα ώσπου με ξύπνησε ένας παράξενος θόρυβος. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν απλά της φαντασίας μου, αλλά καθώς δυνάμωνε ολοένα και περισσότερο, πείστηκα πως ό,τι άκουγα ήταν αληθινό. Λίγο αργότερα, η πόρτα της καμπίνας μου άνοιξε και είδα κόσμο να κατεβαίνει. Ο καπετάνιος μας πλησίασε τo κρεβάτι μου και μου είπε ότι το πλοίο μας το είχαν καταλάβει πειρατές κι ότι κατευθυνόμασταν τώρα προς τη στεριά. Άκουσα τις πρώτες λέξεις της κουβέντας του με μια απάθεια που μόνο η ασθένειά μου μπορούσε να δικαιολογήσει, αλλά η αναφορά και μόνο στη στεριά είχε πάνω μου μαγική επίδραση. Στη συνέχεια με πλησίασε ένας νέος άντρας που μου είπε να μην ανησυχώ, καθώς δεν είχαν σκοπό να μου κάνουν κακό, κι ότι θα μου παρείχαν όση φροντίδα χρειαζόμουν. Ρώτησε να μάθει για τη φύση και την κατάσταση της ασθένειάς μου και μου πρόσφερε ένα δροσιστικό ποτό που ομολογουμένως μου έκανε πολύ καλό. Δεν αργήσαμε να ρίξουμε άγκυρα, και με ενημέρωσαν ότι το καράβι μας θα παρέμενε δεμένο για μία-δύο μέρες κι αφού θα έπαιρναν μέρος από το φορτίο μας, θα μας επέτρεπαν να συνεχίσουμε το ταξίδι μας. Ο νέος άντρας ήρθε ξανά και σχολίασε ότι θα είχα καλύτερη φροντίδα στη στεριά, όπου θα ηρεμούσα μακριά από το θόρυβο και την αναστάτωση που επικρατούσαν στο καράβι. Συμφώνησα με χαρά και το απόγευμα με έβαλαν σε μια βάρκα και με μετέφεραν σε μια καλύβα κοντά στην ακτή. Εκεί μου φέρθηκαν με ευγένεια και με κάθε προσοχή. Ήμουν ήδη τρεις μέρες στη στεριά όταν ήρθε να με δει ο νέος άντρας (ο οποίος, στο μεταξύ, κατάλαβα πως ήταν ο καπετάνιος των πειρατών)ο οποίος μου είπε ότι το καράβι μας θα έφευγε σε μια ώρα, κι ότι ήμουν ελεύθερος να επιβιβαστώ και να φύγω αν ήθελα, με ενημέρωσε ωστόσο ότι, λόγω της κατάστασης της υγείας μου, κάτι τέτοιο μπορεί και να κόστιζε τη ζωή μου. Πρόσθεσε πως, αν του είχα αρκετή εμπιστοσύνη, και άντεχα να παραμείνω εκεί για έναν μήνα περίπου, θα κατάφερνε να με αφήσει σε μιαν ακτή της Κούβας, κι από κει θα έβρισκα εύκολα μέσο για να γυρίσω στην πατρίδα μου. Φοβούμενος ότι οποιαδήποτε μετακίνηση στην κατάστασή μου ισοδυναμούσε με βέβαιο θάνατο, κι επιπλέον καθώς επιθυμούσα διακαώς να μάθω περισσότερα γι’ αυτόν τον άνθρωπο που έδειχνε να είναι τελείως διαφορετικός απ’ ό,τι είχα ακούσει για τους άντρες που εμπλέκονταν σε δραστηριότητες σαν τη δική του, δέχτηκα την πρότασή του. Σε μια βδομάδα περίπου είχα αναρρώσει ικανοποιητικά κι ένιωθα βαθιά ευγνωμοσύνη για την καλοσύνη που μου είχε δείξει ο νεαρός παράνομος. Ένα απόγευμα μπήκε στο δωμάτιό μου και εξέφρασε τη χαρά που ένιωθε βλέποντας ότι είχα γίνει καλά, καθώς το επόμενο πρωί θα έφευγε για την άλλη πλευρά των νησιών και ήθελε να τον συνοδεύσω, μιας και υπήρχε πιθανότητα να συναντήσουμε κάποιο πλοίο με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες, με το οποίο θα μπορούσα να γυρίσω πίσω, κι έτσι σαλπάραμε μαζί το επόμενο πρωί.

Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα στην καμπίνα όπου αναπαυόμουν, όταν ξύπνησα από έναν βαρύ αναστεναγμό. Σήκωσα το κεφάλι μου και είδα τον καπετάνιο να χαμογελάει κοιτάζοντας ένα μικρό αλλά ιδιαίτερα όμορφο στιλέτο το οποίο κρατούσε σηκωμένο προς το φως σαν να ήθελε να το δει πιο καθαρά. Μπροστά του, απ’ όσο μπορούσα να διακρίνω, ήταν ακουμπισμένο ένα μικροσκοπικό πορτρέτο. Τα μάτια του ήταν δακρυσμένα και φαινόταν πολύ συγκινημένος. Λίγα λεπτά αργότερα, έκλεισε τα αντικείμενα στο γραφείο του και ανέβηκε στο κατάστρωμα. Κάθισα και αναλογίστηκα για πολλή ώρα πόσο ξεχωριστός ήταν αυτός ο άνθρωπος, που φαινόταν ότι ήταν φτιαγμένος για καλύτερα πράγματα από το να είναι καπετάνιος σε πειρατικό πλοίο. Δεν ήταν πολύ ψηλός, είχε λεπτό παράστημα, και θα πρέπει να είχε υπάρξει πολύ όμορφος αλλά τα βάσανα της ζωής είχαν σημαδέψει το μέτωπό του. Τα μαλλιά του είχαν μια υποψία πρόωρων γηρατειών, αν και δεν θα πρέπει να ήταν περισσότερο από εικοσιτριών χρονών.

Το επόμενο βράδυ αποφάσισα να τον παρακολουθήσω για να δω αν θα έβγαζε και πάλι να δει το στιλέτο. Σε λίγο κατέβηκε, κάθισε και πάλι σε στάση περισυλλογής για την ίδια περίπου ώρα και στη συνέχεια άνοιξε το γραφείο και πάλι τα μάτια μου αντίκρισαν το στιλέτο. Η περιέργειά μου νίκησε τότε και αναφώνησα: “Τι ωραίο και παράξενο που είναι αυτό το λεπίδι!” Αναπήδησε λες και τον είχαν πυροβολήσει, αλλά γρήγορα συνήλθε και είπε μ’ ένα βλέμμα λες και αντιδρούσε στις σκέψεις μου: “Γιατί το λέτε αυτό;” Ξαφνιάστηκα, αλλά εκείνος αμέσως συνέχισε: “Αφού θέλετε τόσο πολύ να μάθετε την ιστορία μου, θα σας την πω. Το βλέπετε αυτό;” ρώτησε τραβώντας το ελαφρύ θηκάρι και φέρνοντας το στιλέτο μπροστά μου. “Αίμα”, απάντησα ενώ αυτό που έβλεπα που έφερνε ναυτία. “Ναι, αίμα, είναι αίμα! Θα έδινα όλο το δικό μου αίμα για να σώσω μια σταγόνα από αυτό εδώ. Κι όμως -”, πρόσθεσε ταραγμένος, “ήμουν εγώ που το έκανα να χυθεί”. Έκρυψε το πρόσωπό του στις παλάμες του και αναστέναξε με πόνο. Σε λίγα λεπτά είχε κάπως συνέρθει και άρχισε ν’ αφηγείται την ιστορία του.

“Δεν θα σας πω πολλά για την παιδική μου ηλικία – απλώς ότι έχασα πολύ μικρός τους γονείς μου και ανέλαβε να με μεγαλώσει ένας συγγενής. Πέρασα καλά και μόνο σαν λέξη ήξερα τη στενοχώρια, μέχρι που έγινα δεκαοχτώ χρονών. Τότε ήταν που ερωτεύτηκα, κι ήταν λες και ξαναγεννήθηκα. Μα ναι, αν αγάπησε ποτέ κανείς με απόλυτο πάθος, αυτός ήμουν εγώ. Ήμουν ονειροπόλος και ρομαντικός, το ίδιο και η Ρόζαλι. Δε θα σας περιγράψω τις λιγοστές ευτυχισμένες μας στιγμές – δε θέλω να σας κουράσω αλλά ούτε και να αναγκάσω το μυαλό μου να τις θυμηθεί. Υποσχέθηκε να με παντρευτεί και ορκίστηκε ότι θα ήμουν ο μοναδικός στον οποίο θα έδινε το χέρι της. Αχ φίλε μου, είσαι πολύ νέος ακόμα, αλλά να έχεις το νου σου να μην εμπιστευτείς ποτέ την καρδιά και την ευτυχία σου σε μια γυναίκα! Γι’ αυτό εγώ έγινα αυτό που έγινα – ένας δυστυχισμένος παράνομος, ένας δολοφόνος, ένα πλάσμα απελπισμένο, με ραγισμένη καρδιά.” Χοντροί κόμποι ιδρώτα είχαν κατέβει στο μέτωπό του, και μετά από μια μικρή παύση, συνέχισε:

“Ήμουν υπερβολικά φτωχός για να μπορέσω να παντρευτώ, αλλά πίστευα ότι είχα ικανότητες από τις οποίες θα μπορούσα να κερδίσω χρήματα. Δέχτηκα λοιπόν την προσφορά ενός φίλου μου να συμμετάσχω σ’ ένα εμπορικό ταξίδι με προορισμό τις Δυτικές Ινδίες, και καθώς η υγεία μου ήταν εύθραυστη, οι φίλοι μου είχαν την πεποίθηση ότι το κλίμα εκεί θα έκανε καλό στον οργανισμό μου. Αποχαιρέτησα την πατρίδα μου και τη Ρόζαλι – ακόμα θυμάμαι το φιλί μας! Εκείνο το αποχαιρετιστήριο φιλί, που ήταν και το τελευταίο.

Περάσαμε έναν χρόνο περίπου με εμπορικές δραστηριότητες σε διάφορα λιμάνια και παρ’ όλο που με κάθε ευκαιρία έστελνα γράμματα στην πατρίδα, δεν είχα λάβει ποτέ καμία απάντηση. Το πόσο χαρούμενος και ενθουσιασμένος ήμουν καθώς το καράβι μας πλησίαζε στην πατρίδα, καμία γλώσσα δε μπορούσε να το περιγράψει, και καθώς το μυαλό μου πλημμύριζε από τρυφερές αναμνήσεις, ούτε για μια στιγμή δεν σκέφτηκα ότι η Ρόζαλί μου μπορεί να με είχε κοροϊδέψει – θα μου ερχόταν ντροπή αν έκανα αυτή τη σκέψη.

Ήταν νύχτα όταν το πλοίο μας έπιασε λιμάνι, κι εγώ κίνησα τρέχοντας με χτυποκάρδι για το σπίτι της.

Ξέχασα να πω για το στιλέτο – το είχα αγοράσει μαζί με άλλα μπιχλιμπίδια επειδή ήταν τόσο όμορφο, και εκείνη τη μέρα το είχα κρύψει άσκεφτα στην τσέπη του γιλέκου μου.

Η είσοδος του σπιτιού της ήταν φωτισμένη και ακουγόταν μουσική, εγώ όμως ήθελα να τη δω μόνη της κι έτσι μπήκα από την πόρτα του κήπου. Τα πάντα μού θύμιζαν τις ευτυχισμένες ώρες που είχα περάσει μαζί της. Προχώρησα προς τις κατοικίες του υπηρετικού προσωπικού, με σκοπό να στείλω κάποιον να μεταφέρει το μήνυμά μου στη Ρόουζ. Η πρώτη που συνάντησα είχε πολλές φορές κάνει τον αγγελιοφόρο ανάμεσά μας, αλλά δεν με αναγνώρισε ώσπου της μίλησα και τότε αναφώνησε: ‘Αχ κύριέ μου, εσείς είστε! Η δεσποινίς Ρόουζ πρόκειται να παντρευτεί σε μισή ώρα!’ κι έβαλε τα κλάματα. Ακόμα απορώ με την ψυχραιμία που έδειξα εκείνη τη στιγμή, καθώς την άκουγα να εξιστορεί το πώς είχαν τα πράγματα: εν ολίγοις, ένας πλούσιος μνηστήρας τής έκανε πρόταση γάμου κι εκείνη δέχτηκε. Ρώτησα την υπηρέτρια αν μπορούσε να με βοηθήσει να της μιλήσω, αλλά μου είπε ότι ήταν αδύνατο – ωστόσο αν περίμενα στον διάδρομο ίσως να μπορούσα να τη δω καθώς θα έμπαινε στο δωμάτιο. Αυτό έκανα λοιπόν, και καθώς ήταν μόνο μια μικρή λάμπα αναμμένη, δε μπορούσαν εύκολα να με δουν. Την άκουσα να γελάει και να φλυαρεί χαρούμενα στη γκαρνταρόμπα της και παράξενα συναισθήματα με κατέκλυσαν. Χίλια φώτα χόρευαν μπροστά στα μάτια μου, δε μπορούσα να αναπνεύσω και με είχε καταλάβει μια αφόρητη αίσθηση πόνου. Όταν συνήρθα, ήμουν ακουμπισμένος στον τοίχο και το χέρι μου είχε αρπάξει ασυναίσθητα τη λαβή του στιλέτου.

Η πόρτα άνοιξε και η Ρόζαλι πέρασε με τις υπηρέτριές της στον διάδρομο. Περίμενα μέχρι να βρεθεί απέναντί μου και τότε έριξα πίσω την κουκούλα με την οποία είχα κρύψει το πρόσωπό μου ενώ της φώναξα: ‘Με θυμάσαι; Εγώ είμαι, ο Έντγκαρ Λίοναρντ!’ Ούρλιαξε ακούγοντας το όνομά μου κι εγώ έμπηξα το στιλέτο στην καρδιά της.”

Σώπασε για λίγο. Σε κατάσταση σύγχυσης, δάγκωσε τα χείλια του τόσο δυνατά που μάτωσαν και το αίμα έσταξε στο τραπέζι μπροστά του. Λίγο αργότερα είχε συνέρθει κάπως και αφού κατέβασε βιαστικά ένα ποτήρι κρασί, συνέχισε:

“Δε θυμάμαι τίποτα απ’ ό,τι έγινε μετά, μέχρι που βρέθηκα έξω στον δρόμο. Ένιωθα το χέρι μου σαν κοκαλωμένο, κι όταν το σήκωσα για να το δω στο φως το φεγγαριού, διαπίστωσα ότι ήταν από το αίμα – το αίμα της Ρόζαλι. Και το στιλέτο μου ήταν κι αυτό μαύρο – γεμάτο από το αίμα εκείνης για την οποία, μόλις λίγη ώρα πριν αποκαλυφθεί η επιπολαιότητά της, ήμουν ικανός να δώσω όλο το δικό μου χωρίς δεύτερη σκέψη! Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα, πάντως βρέθηκα σε μια βάρκα και με θυμάμαι να λέω σε κάποιους να με πάνε ως την απέναντι ακτή. Ήθελα να φύγω όσο πιο μακριά γινόταν και σάλπαρα με ψεύτικο όνομα για την Κολομβία με σκοπό να μπω στον στρατό των Πατριωτών. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας, μάς κατέλαβε αυτό εδώ το καράβι και καθώς ήμουν διωγμένος από την κοινωνία, με χαρά έγινα μέλος του πληρώματός του κι όταν ο καπετάνιος τους πέθανε, με επέλεξαν για αρχηγό τους.

Η ζωή μ’ έχει εξαντλήσει, όμως ενώ είμαι δολοφόνος, μου είναι αδύνατο να αυτοκτονήσω. Έχω φλερτάρει με τον θάνατο, αλλά με αμπώχνει, επομένως είναι αλήθεια ότι:

‘Περισσότερο μένει η επιθυμία για ζωή
σ’ αυτούς που να πεθάνουν αποζητούν πιο πολύ.’

Τώρα λοιπόν ξέρετε την ιστορία της καταραμένης μου ζωής, αλλά έχω και κάτι ακόμα να μοιραστώ μαζί σας.” Και λέγοντας αυτό, άνοιξε ένα μπαούλο κι έβγαλε από μέσα ένα πουγγί με χρυσό. “Πάρτε το”, είπε, “ίσως να σας κάνει το καλό που δεν έκανε σε μένα. Αν και…” συμπλήρωσε με πικρία, “κάποτε ίσως και να με είχε κάνει τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο που το είχε ποτέ στην κατοχή του.” Σώπασε απότομα και σφίγγοντας τις γροθιές του πάνω στο μέτωπό του, τρέκλισε και σωριάστηκε αναίσθητος στο πάτωμα, δίνοντάς μου χρόνο για να συνέλθω κι εγώ από την αναστάτωση που μου είχε προκαλέσει η αφήγησή του. Επανήλθε σιγά – σιγά και όταν πια φάνηκε πως όλα είχαν περάσει κάπως, επιχείρησα να τον πείσω να αποκηρύξει τη ζωή που ζούσε και να επιστρέψει στις αγκάλες της πολιτισμένης κοινωνίας. “Ποτέ!” αναφώνησε, με μια αποστροφή που με έκανε να λουφάξω από τον φόβο μου. “Ποτέ η παράνομη παρουσία μου δεν πρόκειται να μολύνει το χώμα της πληγωμένης πατρίδας μου. Κάποια ξαφνική πράξη εκδίκησης ίσως κάποτε αφανίσει την μισητή μου ύπαρξη. Αλλά το να υπομένω στα γεράματά μου τα κεντριά των τύψεων τα οποία τρυπάνε και βασανίζουν την ένοχη συνείδησή μου, θα είναι χειρότερο κι από χίλιους θανάτους στον ωκεανό, όπου κάθε μου ίνα θα υπέφερε σ’ αυτόν τον αγώνα.” Η αποφασιστικότητά του με έκανε να σιωπήσω, και δεν είχα καμία διάθεση μετά να επιχειρήσω να του αλλάξω γνώμη.

Λίγες μέρες αργότερα, πετύχαμε ένα καράβι με προορισμό το Τσάρλστον, όπου κι εξασφάλισα μια θέση. Αφού αποχαιρέτησα θερμά τον νεαρό ναύκληρο του πειρατή, στην φροντίδα και την καλοσύνη του οποίου όφειλα κυρίως την αποκατάσταση της υγείας μου, συνεχίσαμε την πορεία μας προς την πατρίδα, και η βαρκούλα του γρήγορα χάθηκε από τα μάτια μας. Όταν πια δεν διακρινόταν τίποτα στον ορίζοντα (ενώ όλη αυτή την ώρα εγώ έστεκα ακίνητος στο κατάστρωμα), αποσύρθηκα στην καμπίνα όπου διαπίστωσα ότι όχι μόνο οι αποσκευές μου είχαν καταφτάσει και τοποθετηθεί προσεκτικά εκεί κατόπιν διαταγής του, αλλά κι ότι ο χρυσός που είχα συνειδητά αφήσει στην καμπίνα του πειρατικού πλοίου είχε ήδη παραδοθεί στον καπετάνιο ο οποίος είχε εντολή να τον δώσει σε μένα.

Ύστερα από ένα ευχάριστο ταξίδι πέντε ημερών φτάσαμε στο λιμάνι του προορισμού μας και καθώς ήταν μέρα εκκλησιασμού όταν ρίξαμε άγκυρα, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να επισκεφθώ την εκκλησία και να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για την εύνοια της θείας πρόνοιας απέναντί μου – χωρίς φυσικά να ξεχάσω να εντάξω στις ευχαριστίες μου και μια προσευχή για τον δύστυχο πειρατή.


Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom)

Sunday, March 29, 2026

Ambrose Bierce: Λάδι Από Σκύλο


Ονομάζομαι Μπόφερ Μπινγκς. Οι γονείς μου ήταν τίμιοι άνθρωποι, ταπεινής καταγωγής, καθώς ο πατέρας μου ήταν παραγωγός λαδιού από σκύλους και η μητέρα μου διατηρούσε ένα μικρό εργαστήριο κάτω από τη μύτη της εκκλησίας του χωριού όπου ξεπάστρευε τα ανεπιθύμητα μωρά. Στα παιδικά μου χρόνια, εκπαιδεύτηκα και για τις δύο δραστηριότητες: όχι μόνο βοηθούσα τον πατέρα μου να προμηθεύεται σκυλιά για τα καζάνια του, αλλά συχνά πυκνά με αγγάρευε και η μητέρα μου για να ξεφορτώνομαι τα απομεινάρια της δουλειάς της στο εργαστήριο. Κατά την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων, πολλές φορές χρειαζόταν να επιστρατεύσω όλη την εφευρετικότητα και την εξυπνάδα μου, γιατί η τοπική αστυνομία δεν έβλεπε με καλό μάτι την δραστηριότητα της μητέρας μου. Όχι πως της έκαναν και καμιά τρομερή αντιπολίτευση, ούτε και είχε πάρει το θέμα πολιτικές διαστάσεις, απλά αυτό συνέβαινε. Εννοείται πως η παραγωγή λαδιού από σκύλους του πατέρα μου ήταν πιο αποδεκτή, αν και οι ιδιοκτήτες των σκυλιών που εξαφανίζονταν καμιά φορά τον αντιμετώπιζαν με καχυποψία, κάτι που, ως έναν βαθμό, είχε αντίκτυπο και σε μένα. Ο πατέρας μου είχε μυστικούς συνεργάτες του όλους τους γιατρούς της πόλης, οι οποίοι σπάνια έδιναν συνταγές που δεν περιείχαν αυτό που τους άρεσε να ονομάζουν συνθηματικά «Λα. Σκ.» Πρόκειται στ’ αλήθεια για το πιο πολύτιμο φάρμακο που έχει ανακαλυφθεί ποτέ. Ωστόσο οι περισσότεροι άνθρωποι αρνούνται να κάνουν προσωπικές θυσίες για τους βασανισμένους, και ήταν λογικό ότι πολλά από τα πιο καλοθρεμμένα σκυλιά της πόλης δεν τα άφηναν να παίζουν μαζί μου – κάτι που πλήγωνε τα νεανικά μου αισθήματα και κάποια στιγμή με έκανε μέχρι και να θέλω να τα παρατήσω όλα και να γίνω πειρατής.

Κοιτώντας πίσω, δεν μπορώ παρά να αισθάνομαι τύψεις για εκείνες τις μέρες, καθώς, οδηγώντας έμμεσα τους αγαπημένους μου γονείς στον θάνατο, υπέγραψα και μια σειρά από κακοτυχίες που επηρέασαν βαθιά το μέλλον μου.

Ένα απόγευμα, καθώς περνούσα από το ελαιουργείο του πατέρα μου κουβαλώντας το πτώμα ενός έκθετου μωρού από το εργαστήριο της μητέρας μου, πήρε το μάτι μου έναν αστυνομικό ο οποίος παρακολουθούσε τις κινήσεις μου. Από πολύ μικρός είχα μάθει ότι όπως κι αν φαίνονται οι πράξεις ενός αστυνομικού, το κίνητρό τους πάντα είναι σκοτεινό, κι έτσι τον απέφυγα τρυπώνοντας στο ελαιουργείο από μια πλαϊνή πόρτα που έτυχε να είναι μισάνοιχτη. Την κλείδωσα αμέσως κι έμεινα μόνος με το πτωματάκι μου. Ο πατέρας μου είχε αποσυρθεί για να κοιμηθεί. Το μοναδικό φως εκεί μέσα ερχόταν από τον κλίβανο, μια πλούσια, βαθυκόκκινη λάμψη κάτω από ένα καζάνι που έριχνε διαβολικές αντανακλάσεις πάνω στους τοίχους. Μέσα στο καζάνι, το λάδι κόχλαζε ακόμα νωχελικά, σπρώχνοντας πού και πού στην επιφάνεια ένα κομμάτι από σκύλο. Έτσι όπως καθόμουν και περίμενα να απομακρυνθεί ο αστυνομικός, κράτησα το γυμνό κορμάκι του μωρού στην αγκαλιά μου και χάιδεψα τα κοντούλικα, μεταξένια μαλλάκια του. Τι όμορφο που ήταν! Αν και ήμουν πολύ μικρός ακόμα, αγαπούσα πολύ τα παιδιά, και καθώς τώρα κοιτούσα αυτό το αγγελάκι, σχεδόν ευχόμουν βαθιά μέσα στην καρδιά μου να μην ήταν τελικά μοιραίο το μικρό, κόκκινο σημάδι – έργο της καλής μου μητέρας – πάνω στο στέρνο του.

Συνήθως έριχνα τα μωρά στο ποτάμι, το οποίο η φύση μάς είχε σοφά χαρίσει για τον σκοπό αυτό, όμως εκείνο το βράδυ δεν τολμούσα να βγω από το ελαιουργείο, επειδή φοβόμουν μην πέσω πάνω στον αστυνομικό. «Στο κάτω κάτω της γραφής», είπα μέσα μου, «δεν θα κάνει και μεγάλη διαφορά αν το ρίξω στο καζάνι. Ο πατέρας μου δεν θα μπορέσει να καταλάβει ότι τα κοκαλάκια δεν θα ανήκουν σε κουτάβι, και οι λιγοστοί θάνατοι που μπορεί να προκύψουν από τη λήψη ενός λαδιού διαφορετικού από το ασύγκριτο Λα. Σκ. δεν θα έχουν και πολλή σημασία για έναν πληθυσμό που αυξάνεται τόσο ραγδαία.» Για να μην τα πολυλογώ, έκανα το πρώτο βήμα μου στο έγκλημα και προκάλεσα στον εαυτό μου ανείπωτη θλίψη ρίχνοντας το μωρό στο καζάνι.

Την επόμενη μέρα, προς μεγάλη μου έκπληξη, ο πατέρας μου πληροφόρησε εμένα και τη μητέρα μου, τρίβοντας τα χέρια του με ικανοποίηση, ότι είχε πετύχει την καλύτερη ποιότητα λαδιού που είχε υπάρξει ποτέ. Ότι έτσι είχαν αποφανθεί οι γιατροί στους οποίους είχε δείξει το σχετικό δείγμα. Πρόσθεσε ότι δεν είχε ιδέα πώς προέκυψε αυτό το αποτέλεσμα, αφού είχε μεταχειριστεί τα σκυλιά με τη συνηθισμένη μέθοδο, και μάλιστα δεν ανήκαν και σε καμιά σπουδαία ράτσα. Θεώρησα τότε σωστό να του εξηγήσω τι είχε γίνει – όπως και έκανα, αν και, κρίνοντας από τις συνέπειες, καλύτερα να δάγκωνα τη γλώσσα μου. Σεκλετισμένοι με την άγνοιά τους σχετικά με το πόσο κέρδος θα είχαν αν συνδύαζαν τις επιχειρήσεις τους, οι γονείς μου βάλθηκαν ευθύς αμέσως να διορθώσουν αυτό το λάθος. Η μητέρα μου μετέφερε το εργαστήριό της σε μια πτέρυγα του εργοστασίου, ενώ διεκόπησαν και τα καθήκοντα που μου είχαν ανατεθεί. Δεν υπήρχε πλέον ανάγκη να ξεφορτώνομαι τα πτώματα των ανεπιθύμητων μικρών, ούτε και να δελεάζω τα σκυλιά οδηγώντας τα στον χαμό τους, αφού ο πατέρας μου δεν τα χρειαζόταν πια, αν και το λάδι εξακολουθούσε τιμητικά να φέρει το όνομά τους. Βρέθηκα λοιπόν ξαφνικά να βαριέμαι τη ζωή μου, και θα ήταν πολύ λογικό να επιδοθώ στη βία και την ακολασία, αλλά στάθηκα στο ύψος μου. Η θρησκευτική επιρροή της μητέρας μου με προστάτευε πάντα από τους πειρασμούς που ταλανίζουν τα νιάτα και ο πατέρας μου ήταν διάκονος στην εκκλησία. Αλίμονο, εξαιτίας μου αυτοί οι αξιότιμοι άνθρωποι είχαν ένα τόσο άδοξο τέλος.

Βλέποντας πως η δουλειά της πλέον απέφερε διπλά κέρδη, η μητέρα μου αφοσιώθηκε στην δραστηριότητά της με επιπλέον ζήλο. Δεν ξεφορτωνόταν μόνο τα ανεπιθύμητα και άχρηστα μωρά που της ανέθεταν, αλλά άρχισε να αλωνίζει στις δρόμους και τα σοκάκια, μαζεύοντας και μεγαλύτερα παιδιά, αλλά ακόμα και μερικούς ενήλικες που κατάφερνε να παρασύρει στο ελαιουργείο. Ο πατέρας μου, πάλι, ερωτευμένος με την υψηλή ποιότητα του λαδιού που παρήγαγε, εφοδίαζε τα καζάνια του με επιμέλεια και προσήλωση. Κοντολογίς, η μετατροπή των γειτόνων τους σε σκυλόλαδο έγινε το πάθος της ζωής τους – μια ολοκληρωτική απληστία κατέλαβε τις ψυχές τους, παραμερίζοντας την ελπίδα τους για μια θέση στον Παράδεισο – ένα πάθος το οποίο τους ενέπνεε κιόλας.

Είχαν γίνει πια τόσο ρηξικέλευθοι που εξαιτίας τους οργανώθηκε δημόσια συζήτηση και πάρθηκαν ιδιαίτερα αυστηρές αποφάσεις εις βάρος τους. Ο πρόεδρος μάλιστα άφησε να εννοηθεί ότι έτσι και εξακολουθούσαν τις επιθέσεις στον πληθυσμό, δεν θα τους αντιμετώπιζαν πια πολιτισμένα. Οι καημένοι οι γονείς μου έφυγαν από τη συγκέντρωση με ραγισμένη καρδιά, μέσα στην απελπισία και όχι ακριβώς στα καλά τους, απ’ ό,τι κατάλαβα. Σε κάθε περίπτωση, θεώρησα συνετό να μην μπω μαζί τους στο ελαιουργείο εκείνο το βράδυ, αλλά να κοιμηθώ έξω, σ’ έναν στάβλο.

Κατά τα μεσάνυχτα, μια μυστηριώδης παρόρμηση μ’ έκανε να πεταχτώ απ’ τον ύπνο μου και να κρυφοκοιτάξω απ’ το παράθυρο πέρα στο δωμάτιο με τον κλίβανο, εκεί όπου ήξερα ότι ο πατέρας μου είχε πέσει να κοιμηθεί. Οι φωτιές έκαιγαν ζωηρά, λες και ήταν αναμενόμενο ότι η σοδειά της επόμενης μέρας θα ήταν πλούσια. Ένα από τα μεγάλα καζάνια σιγόβραζε με μια μυστηριώδη αίσθηση αυτοσυγκράτησης, σαν να περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να δώσει όλη του την κρυμμένη ενέργεια. Ο πατέρας μου δεν ήταν στο κρεβάτι του – είχε σηκωθεί με τη νυχτικιά και ετοίμαζε μια θηλιά από ένα στιβαρό κορδόνι. Κρίνοντας από τα βλέμματα που έριχνε στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας της μητέρας μου, καταλάβαινα πολύ καλά τί είχε κατά νου. Τόσο πολύ με είχε παραλύσει ο τρόμος που δεν μπορούσα ούτε να μιλήσω ούτε να κουνηθώ, πόσο μάλλον να ειδοποιήσω κάποιον ή να προλάβω κάτι. Ξαφνικά η πόρτα του δωματίου της μητέρας μου άνοιξε αθόρυβα, και οι δυο τους βρέθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλον, φανερά ξαφνιασμένοι. Η κυρά φόραγε κι εκείνη τη νυχτικιά της, και κρατούσε στο δεξί της χέρι το εργαλείο της δουλειάς της, ένα μακρουλό στιλέτο με στενή λεπίδα.

Ούτε εκείνη μπορούσε να δεχτεί τη χασούρα που της είχαν προκαλέσει η εχθρική αντιμετώπιση των πολιτών και η δική μου εξαφάνιση. Για μια στιγμή κοιτάχτηκαν με φλογισμένα μάτια και μετά όρμησαν ο ένας πάνω στον άλλον με απερίγραπτη μανία. Άρχισαν να φέρνουν γύρα το δωμάτιο, ο άντρας να βλαστημάει, η γυναίκα να τσιρίζει, και κατά διαστήματα πάλευαν σαν δαιμονισμένοι πασχίζοντας εκείνη να τον καρφώσει με το στιλέτο, εκείνος να τη στραγγαλίσει με τα ίδια του τα χέρια. Ούτε που ξέρω για πόση ώρα είχα την ατυχία να παρακολουθώ αυτή την δυσάρεστη στιγμή οικογενειακής δυστυχίας, αλλά επιτέλους ύστερα από μια πάλη ακόμα πιο παθιασμένη, οι δύο αντίπαλοι απομακρύνθηκαν απότομα ο ένας από τον άλλον.

Το στέρνο του πατέρα μου και το όπλο της μητέρας μου είχαν σημάδια αμοιβαίας επαφής. Αντάλλαξαν ένα ακόμα πιο δολοφονικό βλέμμα και στη συνέχεια ο καημένος ο πατέρας μου, χτυπημένος και νιώθοντας το χέρι του θανάτου πάνω του, έκανε έναν πήδο αδιαφορώντας για την αντίσταση, άρπαξε τη μητέρα μου από τα μπράτσα, την έσυρε ως το μεγάλο καζάνι, και συγκεντρώνοντας όση ενέργεια του είχε απομείνει, πήδησε μέσα μαζί της! Μέσα σε μια στιγμή είχαν εξαφανιστεί και οι δύο, προσθέτοντας το λάδι τους σ’ αυτό της επιτροπής των πολιτών που την προηγούμενη μέρα τους είχε προσκαλέσει στη δημόσια συζήτηση.

Πεπεισμένος ότι αυτά τα δυσάρεστα γεγονότα με απέκλεισαν από όλους τους δρόμους που θα μπορούσαν να με οδηγήσουν σε μια έντιμη καριέρα στην πόλη μου, έφυγα για την φημισμένη μεγαλούπολη του Οταμγουί, όπου και καταγράφω τώρα τις αναμνήσεις μου με μια καρδιά γεμάτη τύψεις για μια απερίσκεπτη πράξη που προξένησε μια τόσο ζοφερή εμπορική καταστροφή.


Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom)
 
Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Σεπτέμβριο του 2023 (https://www.fractalart.gr/metafrasi-ambrose-bierce/)

Thursday, March 12, 2026

Luigi Ugolini: Ο Λαχανάνθρωπος

 
Την παρακάτω ιστορία μου την αφηγήθηκε ο πράσινος άνθρωπος:

«Είναι πολύ φυσικό, κύριε, να ξαφνιάζεστε από το χρώμα του προσώπου μου. Αυτό το χρώμα είναι η αιτία που μήνες τώρα αποφεύγω να εκτίθεμαι στα μάτια των ανθρώπων. Γιατί δεν είναι μια ιστορία που μπορώ να πω σε όποιον με βλέπει. Με σας ωστόσο τα πράγματα είναι διαφορετικά. Με έχετε δει, είστε γείτονάς μου, έχετε ρωτήσει για την υγεία μου και, το πιο σημαντικό, είστε ένας ευφυής και ισορροπημένος άνθρωπος. Γι’ αυτό και δεν θα σας κρύψω τίποτα και, σας παρακαλώ, να πιστέψετε όλα όσα θα ακούσετε, ακόμα κι αν σας φανούν παράξενα και ανήκουστα.

»Ονομάζομαι Δρ. Μπενίτο Ολιβάρες. Γεννήθηκα στο Σάντος της Βραζιλίας και σπούδασα Φυσικές Επιστήμες. Αυτά τα στοιχεία είναι αρκετά σαν εισαγωγή. Αργότερα θα σας πω τον λόγο για τον οποίο εγκατέλειψα την πατρίδα μου και βρίσκομαι στην Ιταλία. Ωστόσο δεν είναι οι προσωπικές μου περιπέτειες που σας ενδιαφέρουν, ακόμα κι αν εγώ ήθελα να σας τις εξιστορήσω. Ρωτήσατε για την υγεία μου, γι’ αυτό και θα σας πω χωρίς περιστροφές πώς προέκυψε η ασθένειά μου. Ανέφερα ότι είμαι Βραζιλιάνος και φαντάζομαι πως ξέρετε ήδη τη φήμη της πατρίδας μου: είναι μια αχανής έκταση, μεγαλύτερη κι από την Ευρώπη, ενώ σχεδόν η μισή παραμένει ανεξερεύνητη. Τι γνωρίζουμε για τον αδιαπέραστο Αμαζόνιο ή για το μυστηριώδες Μάτο Γκρόσο; Η άγνοιά μας γι’ αυτή την τόσο εύφορη και σαγηνευτική γη άναψε μέσα μου την επιθυμία να ανακαλύψω τα μυστήριά της. Με το πάθος του πρωτοπόρου και τον ζήλο του επιστήμονα, καθώς η επιστήμη έχει να κάνει με την πίστη και το μαρτύριο, εισέβαλα στα παρθένα δάση κι ανακάλυψα τις απομακρυσμένες πηγές των πιο θαυμαστών ποταμών, αναμετρώντας τον εαυτό μου με τον θάνατο μέσα σ’ αυτό το δηλητηριασμένο κλίμα, ρισκάροντας τα τρομακτικά δαγκώματα των θανατηφόρων φιδιών που ζούσαν στις μυστηριώδεις σκιές της ζούγκλας. Ανακάλυψα αμέτρητα μυστικά μέσα στην ανεξέλεγκτη αυτή χλωρίδα, με την ελεύθερη, πλούσια βλάστηση η οποία οριακά δήλωνε θριαμβευτικά την κυριαρχία της στην εύφορη γη, λες και φύλαγε με ζήλο τα πιο όμορφα, κρυμμένα μυστικά της, θέλοντας να εκδικηθεί κάθε επίδοξο εισβολέα.

»Πέρασαν έτσι δύο χρόνια, και βρέθηκα χαμένος στη λεκάνη του Αμαζονίου κοντά στα σύνορα με το Μάτο Γκρόσο, να περιπλανιέμαι μέσα στη βλάστηση που ήταν ταυτόχρονα εκθαμβωτική και διανθισμένη με υπερφυσικές χάρες. Τα φτωχά μου λόγια, κύριε, δεν μπορούν παρά μια ελάχιστη ιδέα να σας δώσουν γι’ αυτό το εκπληκτικό θέαμα, τον θρίαμβο των φυτών και του ηλιόφωτος, της μοναδικής αντίθεσης ανάμεσα στις κρύες σκιές και το εκτυφλωτικό φως, της σιωπηλής, θηριώδους μάχης όπου πρωταγωνιστούσαν αδιάσπαστοι εναγκαλισμοί και τρομερά συνονθυλεύματα. Ωστόσο ένα σιωπηλό, ύπουλο όπλο κυριαρχεί στη βουβή μάχη του φυτικού βασιλείου: η λιάνα.  Είναι το χταπόδι του δάσους, το πλοκάμι που παραλύει, η θηλιά που κόβει την κυκλοφορία των χυμών και προκαλεί στα φυτά ασφυξία και γάγγραινα. Έβλεπες το Cipo Matador, τη λιάνα -δολοφόνο, να αγκαλιάζει αργά και ύπουλα τους μεγαλοπρεπείς κορμούς των φίκων ή τις καρυδιές. Σιγά σιγά τα κλαδιά της γίνονται μικροί δακτύλιοι που μόνο με ένα τσεκούρι μπορούν να κοπούν και ξεπετιούνται μέσα από τις άκρες τους, σαν υγρά δάχτυλα που μετατρέπονται σε στερεά καθώς ανεβαίνουν, ώσπου τελικά ένα πραγματικό θηκάρι από φυτό περικυκλώνει και πνίγει τους φιλήσυχους γίγαντες του δάσους, χωρίς να αφήνει τον χυμό να κυκλοφορήσει, στερώντας του την ανάσα και τη ζωή.

»Μια μέρα λοιπόν, καθώς θαύμαζα μια τέτοια μάχη της φύσης, και, παρεμπιπτόντως, έχοντας κι εγώ παγιδευτεί μέσα σε έναν μεγάλο θάμνο λιάνας, πήρε το μάτι μου ξαφνικά ένα φυτό που δεν είχα ξαναδεί έως τότε και απορρόφησε όλη την προσοχή μου. Το φαντάζεσαι; Ένα νέο φυτό.

Πόση χαρά, τι θρίαμβος, τι παραζάλη για έναν βοτανολόγο να κάνει μια τέτοια ανακάλυψη. Τρέμοντας από συγκίνηση, πλησίασα αυτό το νέο είδος κι άρχισα να το μελετώ εξονυχιστικά και με απόλυτη αγάπη. Και όχι, δεν με είχε ξεγελάσει η πρώτη εντύπωση. Ήμουν όντως ενώπιον ενός δείγματος ενός άγνωστου είδους, που μάταια προσπαθούσα να ταξινομήσω. Μα την πίστη μου, ήταν λες και το φυτό αυτό δημιουργήθηκε επίτηδες για να αναστατώσει ό,τι επιστημονική γνώση είχα και δεν είχα πάνω στη Βοτανική. Για την ακρίβεια, ήταν μια ζωντανή αντίφαση. Πάνω που πήγαινα να αναγνωρίσω πάνω του ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό από κάποιο είδος, εμφανιζόταν μια άλλη λεπτομέρεια εκ διαμέτρου αντίθετη, και μετά μια άλλη, και στη συνέχεια μια άλλη, ώσπου τελικά η σκέψη μου χάθηκε μέσα σ’ αυτή τη μάταιη διαδικασία της ταξινόμησης.

»Τελικά έβγαλα το συμπέρασμα ότι αυτό το αξιοθαύμαστο φυτό ήταν από μόνο του μια τάξη, μια οικογένεια, ένα είδος και μια ποικιλία. Ήταν, κοντολογίς, ο πρόγονος μιας τάξης οι απόγονοι της οποίας μου ήταν άγνωστοι. Το δέος και η ευτυχία που ένιωθα δεν είχαν όριο. Αυτό που μπορώ να σου για την εξωτερική εμφάνιση αυτού του μοναδικού δείγματος είναι το εξής: ήταν ένας θάμνος με ύψος ανθρώπου μετρίου αναστήματος, με παλαμοειδή φύλλα, χοντρά και σαρκώδη. Τα κλαδιά του είχαν ένα κοκκινωπό κρεατί χρώμα που οριακά μου έφερνε αηδία. Μου θύμιζαν… Ε ναι, μου θύμιζαν ανθρώπινα μέλη χωρίς το δέρμα. Λεπτές άσπρες τρίχες από ανθεκτικά νήματα που έμοιαζαν με του καλαμποκιού ξεκινούσαν από την κορφή του φυτού και το κάλυπταν ολόκληρο. Δεν είχε λουλούδια, αν με τον όρο «λουλούδι» εννοούμε τα άνθη ή τα πολύχρωμα στεφάνια. Ωστόσο πάνω στα κλαδιά του είχαν σχηματιστεί δύο ωοειδή κελύφη που έμοιαζαν με μάτια. Ναι, δύο μάτια, ούτε πιο πολλά ούτε πιο λίγα. Δείτε και μόνος σας, κύριε, το δείγμα που έχω κρατήσει σ’ αυτήν εδώ την προθήκη.»

Με μεγάλη περιέργεια, πλησίασα τη γυάλινη προθήκη που μου πρότεινε με το κενό βλέμμα του ο πράσινος άνθρωπος, και δεν κατάφερα να εμποδίσω την ανατριχίλα που διαπέρασε όλα μου τα μέλη: πάνω στο ράφι είδα ένα μεγάλο φύλλο το οποίο έμοιαζε με αυτό της φραγκοσυκιάς. Ωστόσο πάνω στην επιφάνειά του είδα όντως δύο μάτια, σχηματισμένα με θαυμαστή ακρίβεια – δύο εντελώς ανθρώπινα μάτια που ήταν λες και με κοιτούσαν με έναν δυσοίωνο και μοχθηρό τρόπο. Έκανα ένα βήμα πίσω, σοκαρισμένος από το αποκρουστικό θέαμα. 

«Εκπληκτικό!» αναφώνησα, ενώ ακόμη έτρεμα χωρίς να το θέλω. «Αυτά τα μάτια είναι απολύτως αληθινά!»

Ο πράσινος άνθρωπος έγνεψε καταφατικά.

«Είναι το βλέμμα του πεπρωμένου μου», μουρμούρισε άτονα και συνέχισε την ιστορία του.

«Θέλοντας ν’ αποκτήσω αυτό το παράξενο φυτό, άπλωσα το χέρι μου για να το κόψω από τον κορμό, τη στιγμή όμως που το έκανα, ένας τρομερός πόνος μ’ έκανε να ουρλιάξω. Κάτι πολύ κοφτερά, κυρτά αγκάθια που δεν είχα προσέξει νωρίτερα, είχαν μπηχτεί στο χέρι μου. Το πιο περίεργο απ’ όλα ήταν ότι καθώς τα περιεργαζόμουν, παρατήρησα ότι από κάθε απόληξή τους αναπηδούσε μια σταγόνα από ένα πράσινο υγρό. Κοντολογίς, ήταν κάπως σαν τα δόντια της οχιάς. Αυτά τα αγκάθια λοιπόν πονούσαν πολύ. Για λίγο, ένιωθα ένα έντονο κάψιμο, και στη συνέχεια ένα ρίγος που πέρασε μέσα από τις φλέβες μου κι έφτασε ξάφνου στην καρδιά μου. Νικημένος πια, αναγκάστηκα να καθίσω κάτω.

»Για κάποια ώρα το σώμα μου ήταν γεμάτο μ’ αυτή την έντονη αίσθηση δυσφορίας, σε τέτοιο βαθμό που άρχισα να φοβάμαι ότι όντως είχα δηλητηριαστεί από τον χυμό του φυτού. Αργότερα ωστόσο, σιγά σιγά άρχισαν να υποχωρούν τα συμπτώματα, και σύντομα κατάφερα να ξανασηκωθώ και να στρέψω και πάλι την προσοχή μου στην βοτανική μου ανακάλυψη. Με μεγάλη προσοχή μάζεψα μερικά φύλλα και λουλούδια και τα πήρα μαζί μου, φροντίζοντας για την ασφαλή μεταφορά τους. Μεθυσμένος καθώς ήμουν από την θαυμαστή ανακάλυψή μου, έδωσα το όνομά μου σ’ αυτόν τον αλλόκοτο θάμνο, ονομάζοντάς τον Olivaria vigilans γιατί με τα ορθάνοιχτα μάτια του και τα ύπουλα αγκάθια του ήταν σαν να παρακολουθούσε και να επιτηρούσε τη δική του απαράβατη ιερότητα και ασφάλεια.

»Ταυτόχρονα ωστόσο οδηγήθηκα και σε μια δυσάρεστη παρατήρηση. Τα οδυνηρά φαινόμενα που παρουσιάστηκαν όταν με τσίμπησαν τα αγκάθια, άρχισαν να επανέρχονται. Στην αρχή κατά πολύ αραιά διαστήματα, αλλά βαθμιαία με μεγαλύτερη συχνότητα. Ένα σύγκρυο διαπέρασε τις φλέβες μου και την καρδιά μου, συνοδευόμενο από ένα γενικευμένο μούδιασμα των μελών και τρομερή αδυναμία. Τα απέδωσα στο γεγονός ότι είχα περάσει υπερβολικά πολύ καιρό στο θανατηφόρο κλίμα του Αμαζονίου και ετοιμάστηκα για να επιστρέψω στην ακτή. Στο μεταξύ, λίγο καιρό μετά την ανακάλυψη της Olivaria vigilans, συνέβησαν δύο περιστατικά που αναστάτωσαν την ηρεμία μου και μου προκάλεσαν μεγάλη ταραχή.

»Μια μέρα που καθόμουν στη σκηνή μου και κρατούσα σημειώσεις για το φυτό μου, είδα δίπλα μου έναν ντόπιο από τη συνοδεία μου, έναν Γουαρανί από τον Αμαζόνιο. Σκέφτηκα ότι αυτός, ως ειδικός σ’ αυτά τα δάση, θα μπορούσε ίσως να μου δώσει κάποιες πληροφορίες για το μυστηριώδες φυτό. Τον φώναξα λοιπόν και τον ρώτησα, δείχνοντάς του τα λουλούδια και τα φύλλα. Μόλις τα είδε όμως ο Ινδιάνος, έβγαλε μια κραυγή τρόμου και δέους. Έμεινε για λίγο να με κοιτάζει με βαθιά απόγνωση και μετά έτρεξε προς το δάσος σαν τρελός. Ούτε ξαναγύρισε, ούτε άκουσα ξανά γι’ αυτόν. 

»Λίγες μέρες αργότερα, έφτασα σε ένα μεγάλο χωριό με ευγενικούς και φιλόξενους Ινδιάνους. Καθώς περίμενα εκεί, πήγα και μίλησα με τον ηλικιωμένο αρχηγό της φυλής, που τον θεωρούσαν πάνσοφο. Του είπα για ένα φυτό που αναζητούσε και του το περιέγραψα με κάθε λεπτομέρεια, χωρίς ωστόσο να αναφέρω ότι στην πραγματικότητα το είχα ήδη βρει. Προς μεγάλη μου έκπληξη, ακόμα και ο γέρος φύλαρχος άρχισε να τρέμει και να φαίνεται από την αντίδρασή του ότι είχε τρομοκρατηθεί, ενώ έκανε ό,τι μπορούσε για να αποφύγει την ερώτησή μου. Όλο αυτό μου είχε εξάψει την περιέργεια, και συνέχισα να τον ρωτάω, επιμένοντας να πάρω μια απάντηση, κι έφτασα στο σημείο να του προσφέρω μια καραμπίνα με αντάλλαγμα τις πληροφορίες του. Η επιμονή μου και το δώρο μου νίκησαν τελικά τις αναστολές του.

»Με συνωμοτική προσοχή, είπε: ‘Αυτό που ψάχνεις, ξένε, είναι ένα φυτό που δε μοιάζει με κανένα άλλο. Είναι το Ινουακόλτζι, το μεγάλο πνεύμα των φυτών. Μην το ψάξεις, ταξιδιώτη, γιατί αν το βρεις, θα σου δώσει τη μορφή του.’ Αυτά ήταν τα περίεργα λόγια του γέρου φύλαρχου, και τίποτα περισσότερο δεν κατάφερα να τον κάνω να μου πει. Χαμογέλασα ακούγοντας αυτήν την αλλόκοτη δεισιδαιμονία, γιατί ποιος μπορούσε να πιστέψει ότι υπήρχε όντως μια θεότητα των φυτών;

»Επέστρεψα στο Σάντος και αποκάλυψα στον επιστημονικό κόσμο τα δείγματα που είχα ανακαλύψει, προκαλώντας μεγάλο σούσουρο και συζητήσεις. Τα φύλλα και τα λουλούδια που είχα φέρει τα έκανα δωρεά στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Μπουένος Άιρες, και κράτησα για μένα τα δείγματα που σας έδειξα.

»Και τώρα, κύριε, θα σας μιλήσω για το αληθινά τρομακτικό κομμάτι της περίπτωσής μου. Έχω ήδη αναφέρει ότι αφότου επέστρεψα, τα ανησυχητικά συμπτώματα που είχαν προκαλέσει τα αγκάθια της  Olivaria vigilans επανήλθαν με αυξανόμενη συχνότητα. Κι αντί να γίνονται πιο ήπια, εντείνονταν όλο και περισσότερο. Ακόμα πιο ανησυχητικό και αγχωτικό ήταν κι ένα νέο φαινόμενο: το δέρμα μου είχε αρχίσει να γίνεται πράσινο. Στην αρχή είχε όλο μου το σώμα έναν πολύ ανοιχτόχρωμο πρασινωπό τόνο, κάτι που τόσο εγώ όσο και οι γιατροί που με εξέτασαν θεώρησαν πως ήταν σύμπτωμα ίκτερου. Στη συνέχεια όμως, παρά τις όποιες αγωγές, το χρώμα όλο και σκούραινε, ενώ οι κυκλοφορικές ανωμαλίες που είχα γίνονταν ολοένα και πιο έντονες και δυσάρεστες.

»Ένας φρικτός εφιάλτης άρχισε να βαραίνει την ψυχή μου. Ανακαλώντας στη μνήμη μου τα διφορούμενα λόγια του γέρου φύλαρχου και τον αλλόκοτο του φόβο του Γουαρανί υπηρέτη μου, μια ύπουλη υποψία βάλθηκε να μου δηλητηριάζει το μυαλό. Μια μέρα έκανα ένα αποφασιστικής σημασίας πείραμα στον εαυτό μου, εξετάζοντας στο μικροσκόπιο μια σταγόνα από το αίμα μου. Κι εκεί είδα την αλήθεια. Αποκαλύφθηκε με όλη της την τρομακτική επιβεβαίωση, και ο εφιάλτης πήρε μορφή, το όνειρο έγινε χειροπιαστή πραγματικότητα. Μια τρομερή μάχη μαινόταν στο αίμα μου. Δεν ξέρω αν έχει τύχει ποτέ να παρατηρήσετε κάτω από το μικροσκόπιο το αίμα ενός ανθρώπου που πάσχει από την ασθένεια του ύπνου και να δείτε τα στάδια της μάχης ανάμεσα στα ερυθρά αιμοσφαίρια και το καταστροφικό τρυπανόσωμα. Αν ναι, θα ξέρετε ότι τα ερυθρά αιμοσφαίρια βρίσκονται συνεχώς σε αναβρασμό και σε μία εκπληκτικά ασταμάτητη κίνηση. Τα ερυθροκύτταρα σπρώχνονται συνέχεια το ένα πάνω στο άλλο, στροβιλίζονται, διαλύονται, ενώνονται μεταξύ τους, αιωρούνται, αναπηδούν, για να αποφύγουν την καταστροφική επαφή μ’ αυτά τα μικροσκοπικά παράσιτα που έχουν σχήμα φιδιού και ελίσσονται με κάθε δυνατό τρόπο. Μέσα στις επόμενες εβδομάδες, τα ζωογόνα κόκκινα κύτταρα μειώνονται δραματικά ενώ οι αδίστακτοι εχθροί τους αυξάνονται θεαματικά και αρχίζουν τον χορό, μεθυσμένοι από την καταστροφικότητά τους.

»Ένα παρόμοιο θέαμα αντίκρισα κι εγώ στη σταγόνα από το αίμα μου. Δεν ήταν ωστόσο τα θανατηφόρα τρυπανοσώματα που πολεμούσαν τα ερυθρά μου αιμοσφαίρια, αλλά πολλά άλλα άγνωστα κύτταρα που είχαν έντονο πράσινο χρώμα κι έπεφταν ορμητικά πάνω τους, νικώντας τα και καταστρέφοντάς τα. Με τρόμο διαπίστωσα ότι ήταν κύτταρα φυτών! Μέσα στο αίμα μου είχε εισβάλει φυτικός χυμός και με τον καιρό αντικαθιστούσε το κόκκινο υγρό που μας κρατάει στη ζωή. Οι γιατροί στους οποίους απευθύνθηκα απλά ανασήκωσαν τους ώμους τους και δήλωσαν αδυναμία, όντας αντιμέτωποι με ένα φαινόμενο που ξέφευγε από τις γνώσεις και την επιστήμη τους. Τους είπα τι είχε συμβεί, περιγράφοντας τους φόβους μου και τα παράξενα λόγια που είχα ακούσει από τον φύλαρχο. Αρκέστηκαν να χαμογελάσουν και, αφού μου συνταγογράφησαν αγωγές που δεν έκαναν τίποτα, το δίχως άλλο για να έχουν ήσυχη τη συνείδησή τους πάνω απ’ όλα, ανασήκωσαν και πάλι τους ώμους τους. Πιστέψτε με, ένιωθα ότι το σώμα μου μεταμορφωνόταν, ότι δεν ήμουν πια ο εαυτός μου, ότι το αίμα μου δεν ήταν δικό μου, ότι θα είχα μια σκοτεινή μοίρα την οποία η κάθε μου σκέψη αποστρεφόταν με βδελυγμία.

»Έτσι λοιπόν έφυγα από την πατρίδα μου, κυρίως επιζητώντας μια αλλαγή κλίματος, όπως κάνουν όλοι οι ασθενείς όταν είναι με το ένα πόδι στον τάφο. Δοκίμασα να μείνω πότε σε ψυχρά κλίματα και πότε σε κλίματα του Ισημερινού, μέχρι που πριν από μερικούς μήνες έφτασα στην υπέροχη ιταλική γη.»

Ο γιατρός απόμεινε σιωπηλός και σκεπτικός για λίγο, με σκυμμένο το κεφάλι.

«Αύριο φεύγω, κύριε», πρόσθεσε ύστερα, «θα δώσω τέλος στην ύπαρξή μου πίσω στην πατρίδα μου, η οποία θα υποχρεωθεί να φιλοξενήσει τα απομεινάρια ενός ανθρώπου ο οποίος, όταν έρθει εκείνη η σπουδαία μέρα, δεν θα είναι πια άνθρωπος. Φαίνεστε ξαφνιασμένος. Ωστόσο αγνοείτε ακόμα το πιο απαίσιο κομμάτι της ανυπόφορης ύπαρξής μου. Πείτε μου όμως, θα θέλατε να μάθετε τα πάντα; Νιώθετε αρκετά δυνατός ώστε να αντέξετε ένα πραγματικά αποτρόπαιο θέαμα; Τότε λοιπόν θα τα μάθετε όλα, κύριε. Με βλέπετε ακίνητο σ’ αυτήν την καρέκλα, με τα πόδια μου αδρανή και τα χέρια μου καλυμμένα με αυτά τα μεταξωτά γάντια. Πιστεύετε πως είμαι παράλυτος, έτσι δεν είναι; Θα σας δείξω λοιπόν τώρα τα χέρια μου και θα καταλάβετε. Όλα μου τα μέλη είναι έτσι, ή θα γίνουν έτσι σύντομα. Θα τα δείτε τώρα, κύριε, γι’ αυτό να είστε δυνατός.»

Μου ζήτησε να χτυπήσω ένα ηλεκτρικό κουδούνι στον τοίχο. Το έκανα, κι αμέσως εμφανίστηκε ένας αφοσιωμένος υπηρέτης, συμπατριώτης του γιατρού, ο οποίος πήγε και στάθηκε πλάι στην καρέκλα του. Ο γιατρός γύρισε και τον κοίταξε.

«Βγάλε μου τα γάντια, Αλόνσο», είπε χαμηλόφωνα στα ισπανικά.

Και τότε – Θεέ και Κύριε! Τι θέαμα αντίκρισαν τα μάτια μου, τα οποία διαστάλθηκαν από τον τρόμο! Όχι, δε μπορεί! Μήπως ήταν παραίσθηση; Δε μπορούσα να πιστέψω αυτό που έβλεπα. Αφού αφαιρέθηκαν τα γάντια, φάνηκαν τα χέρια του παράλυτου. Δηλαδή χέρια, που λέει ο λόγος. Δεν ήταν χέρια αυτά που είδα. Όχι! Ήταν φύλλα, σαρκώδη φύλλα, παρόμοια με αυτά της φραγκοσυκιάς – δύο μεγάλα, πράσινα φύλλα που ξεκινούσαν από κάτι απωθητικούς κορμούς οι οποίοι έμοιαζαν με ανθρώπινους βραχίονες χωρίς δέρμα. Και το πιο τρομακτικό απ’ όλα ήταν ότι πάνω σ’ αυτές τις μικρές, άμορφες μάζες κάθονταν τα μοχθηρά και φρικιαστικά μάτια που είχα δει πάνω στο φύλλο που ήταν κλεισμένο μέσα στη γυάλινη προθήκη.

Ούρλιαξα με φρίκη κι έφυγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα.


Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom) 

Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL τον Ιούλιο του 2023 (https://www.fractalart.gr/luigi-ugolini-o-laxananthropos/)


Thursday, February 12, 2026

Rainer Maria Rilke: Η Υπηρέτρια Της Κυρίας Μπλάχα

 
Κάθε καλοκαίρι, η κυρία Μπλάχα, σύζυγος του χαμηλόβαθμου υπαλλήλου του Σιδηροδρομικού Σταθμού του Τουρνάου Βένζελ Μπλάχα, πήγαινε στη γενέτειρά της για μερικές εβδομάδες. Πρόκειται για μια πόλη στην πεδινή και ελώδη Βοημία, στην περιοχή του Νίμπουργκ, μάλλον φτωχή και ασήμαντη. Βλέποντας τα μικρά, μίζερα σπιτάκια, η κυρία Μπλάχα, η οποία θεωρούσε ότι ήδη είχε γίνει αστή κατά κάποιον τρόπο, αποφάσισε ότι αυτή ήταν η ευκαιρία της για να κάνει μια θεάρεστη πράξη. Επισκέφθηκε λοιπόν τη γυναίκα ενός χωρικού την οποία γνώριζε λίγο και προσφέρθηκε να πάρει την κόρη της για υπηρέτρια στην πόλη. Κανόνισε να της δίνει έναν μικρό αλλά ικανοποιητικό μισθό, κι επιπλέον το κορίτσι θα είχε το προνόμιο ότι θα ζούσε στην πόλη και θα μάθαινε πολλά πράγματα. (Τι ήταν αυτό που μπορεί να μάθαινε, ούτε η κυρία Μπλάχα το είχε ξεκαθαρίσει με τον εαυτό της). Η σύζυγος του χωρικού κουβέντιασε το θέμα με τον άντρα της ο οποίος όλη την ώρα δυσανασχετούσε, και η πρώτη αυθόρμητη αντίδρασή του ήταν να φτύσει στο χώμα. Μετά από μισή ώρα, επέστρεψε στο δωμάτιο και ρώτησε: “Και δε μου λες, ξέρει η αυτή η γυναίκα ότι η Άννα είναι...;” κουνώντας το ρυτιδιασμένο του χέρι πέρα δώθε μπροστά από το μέτωπό του σαν να ήταν ξερό φύλλο καστανιάς. “Όχι βέβαια, ανόητε!” απάντησε η γυναίκα του, “εννοείται πως δεν θα κάνουμε κουβέντα!”

Κάπως έτσι λοιπόν η Άννα πήγε να ζήσει με τους Μπλάχα. Τον περισσότερο καιρό, περνούσε όλη τη μέρα μόνη της. Ο Βένζελ Μπλάχα ήταν στη δουλειά του ενώ η γυναίκα του πήγαινε και έραβε σε άλλα σπίτια, και δεν είχαν παιδιά. Η Άννα καθόταν στη μικρή, σκοτεινή κουζίνα με το παράθυρο που έβλεπε στην αυλή και περίμενε να περάσει ο πλανόδιος οργανοπαίκτης. Αυτό συνέβαινε κάθε μέρα πριν το σούρουπο. Τότε πήγαινε πολύ κοντά στο μικρό παράθυρο, με το λευκό της χέρι κρεμασμένο στον αέρα και χόρευε μέχρι που ζαλιζόταν τόσο πολύ ώστε οι ψηλοί και βρώμικοι τοίχοι να της φαίνονται πως πλησίαζαν επικίνδυνα ο ένας τον άλλον. Τρομαγμένη άρχιζε να κόβει βόλτες σε όλο το κτίριο –  κατέβαινε τις σκοτεινές και βρώμικες σκάλες κι έφτανε στην ταβέρνα, που ήταν πνιγμένη στους καπνούς και όπου συχνά πυκνά κάποιος τραγουδούσε υπό την επήρεια ενός αρχόμενου μεθυσιού. Πηγαίνοντας προς τα κει, πέρναγε ανάμεσα από τα παιδιά που έπαιζαν στην αυλή μέρες ολόκληρες χωρίς κανένας να τα αναζητήσει. Περιέργως, τα παιδιά πάντα της ζητούσαν να τους λέει ιστορίες. Μερικές φορές μάλιστα την ακολουθούσαν μέχρι την  κουζίνα. Η Άννα όμως καθόταν κοντά στη φωτιά καλύπτοντας το πρόσωπό της με τα χέρια της και έλεγε: “Πρέπει να σκεφτώ”. Και τα παιδιά περίμεναν υπομονετικά για λίγο. Καθώς όμως περνούσε η ώρα και η Αννούσκα ακόμα σκεφτόταν, η σκοτεινή κουζίνα βυθιζόταν στη σιωπή και γινόταν τρομακτική, και τότε τα παιδιά έπαιρναν δρόμο κι έτσι δεν ήταν πια κανένα εκεί για να δει ότι η κοπέλα άρχιζε ένα σιγανό, πονεμένο κλάμα και η νοσταλγία για το σπίτι της την έκανε να φαίνεται μικροσκοπική και αβοήθητη. Δεν ήταν ξεκάθαρο τι ήταν αυτό που της έλειπε. Μπορεί, μέσα σ’ όλα, να νοσταλγούσε και τις κατσάδες. Αλλά συνήθως επρόκειτο για κάτι ακαθόριστο που είχε υπάρξει στο παρελθόν ή που μπορεί απλά να ήταν ένα όνειρο. Με τα παιδιά να της απαιτούν τόσο πιεστικά να σκεφτεί, άρχισε σιγά σιγά να θυμάται. Θυμήθηκε πρώτα κάτι κόκκινο, πολύ κόκκινο, και μετά την πολυκοσμία. Μια καμπάνα, μια δυνατή καμπάνα και μετά: ένας βασιλιάς, ένας χωρικός και ένας πύργος. Και μιλούσαν: “Αγαπητέ βασιλιά”, είπε ο χωρικός… “¨Ναι” απάντησε ο βασιλιάς με τη φωνή του γεμάτη περηφάνια. “ξέρω”. Μα φυσικά, πώς ήταν δυνατό να μην ξέρει ήδη ένας βασιλιάς τι είχε να του πει ένας χωρικός;

Μετά από μερικές μέρες, η κυρία πήρε μαζί της την κοπέλα στην αγορά. Ήταν απόγευμα, παραμονές Χριστουγέννων, και οι βιτρίνες ήταν φωτισμένες και γεμάτες καλούδια. Σε ένα παιχνιδάδικο, η Άννα είδε ξαφνικά αυτό που είχε θυμηθεί. Ο βασιλιάς, ο χωρικός, ο πύργος… Και η καρδιά της χτυπούσε πιο δυνατά και από τα βήματά της. Αμέσως όμως απέστρεψε το βλέμμα της και συνέχισε να περπατάει δίπλα στην κυρία Μπλάχα. Είχε την αίσθηση ότι δεν έπρεπε να προδώσει τίποτα. Κι έτσι άφησαν πίσω τους το κουκλοθέατρο, λες και δεν το είχαν δει ποτέ. Η κυρία Μπλάχα βέβαια όντως δεν το είχε προσέξει καθόλου. Έφτασε και η μέρα που η Άννα είχε το κυριακάτικο ρεπό της. Εκείνο το απόγευμα δεν γύρισε στο σπίτι. Ένας άντρας, τον οποίο είχε γνωρίσει νωρίτερα στην ταβέρνα, της έκανε παρέα. Δε θυμόταν πού ακριβώς την πήγε. Της φάνηκε πως έλειψε για έναν χρόνο ολόκληρο. Όταν τη Δευτέρα το πρωί γύρισε πίσω στην κουζίνα εξουθενωμένη, τα πάντα ήταν πιο κρύα και πιο γκρίζα από όσο συνήθως. Εκείνη τη μέρα έσπασε μια σουπιέρα και έφαγε μεγάλη κατσάδα γι’ αυτό. Η κυρία Μπλάχα δεν είχε καν προσέξει ότι η κοπέλα είχε περάσει έξω τη νύχτα. Μέχρι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, έμεινε έξω άλλα τρία βράδια. Και μετά, ξαφνικά, σταμάτησε να κόβει βόλτες στο κτίριο και βάλθηκε να κλειδώνει το διαμέρισμα αγχωμένη. Ούτε που έβγαινε πια στο παράθυρο κάθε φορά που περνούσε ο πλανόδιος οργανοπαίκτης.

Έτσι ο χειμώνας έδωσε τη θέση του σε μια χλωμή, δειλή άνοιξη. Κάτω στην αυλή, αυτή η εποχή φάνταζε εντελώς διαφορετική. Τα σπίτια ήταν μέσα στην καπνιά και την υγρασία, και ο αέρας ήταν κουρελιασμένος, σαν λινά υφάσματα που έχουν γαριάσει από το πολύ πλύσιμο. Τα κακοκαθαρισμένα παράθυρα έτριζαν και αχνόφεγγαν, και μικροσκοπικά σκουπιδάκια χόρευαν στον αέρα στους ορόφους του κτιρίου. Οι ήχοι σε όλο το κτίριο ακούγονταν πιο καθαρά, τα κουζινικά κλάγγαζαν διαφορετικά, πιο έντονα, πιο διαπεραστικά, και τα μαχαίρια και τα κουτάλια κροτούσαν αλλόκοτα.

Τότε περίπου, η Αννούσκα γέννησε ένα μωρό. Ήταν κάτι που την αιφνιδίασε εντελώς. Ένιωθε βέβαια πρησμένη και βαριά για εβδομάδες ολόκληρες, ωστόσο ένα πρωί ξεπετάχτηκε ξαφνικά από μέσα της και έγινε μέρος του κόσμου. Ένας Θεός ξέρει από πού προέκυψε. Αυτό συνέβη μια Κυριακή ενώ όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι του κτιρίου κοιμόνταν ακόμα. Το κοίταξε για λίγη ώρα χωρίς την παραμικρή έκφραση στο πρόσωπό της. Το παιδί ίσα που κουνιόταν, αλλά ξαφνικά μια τσιριχτή φωνή άρχισε να βγαίνει από το μικρό του στέρνο, ενώ ταυτόχρονα η κυρία Μπλάχα έβαλε μια φωνή και ένα κρεβάτι έτριξε στο καθιστικό. Εκείνη τη στιγμή, η Αννούσκα άρπαξε την μπλε ποδιά της που κρεμόταν πλάι στο κρεβάτι, έδεσε τη ζώνη της γύρω από το μικροσκοπικό λαιμουδάκι κι έχωσε αυτό το μπλε μπογαλάκι στον πάτο της βαλίτσας της. Μετά πήγε στο καθιστικό, άνοιξε τις κουρτίνες και άρχισε να φτιάχνει καφέ. Μετά από λίγες μέρες, η Αννούσκα βάλθηκε να μετρήσει πόσα λεφτά είχε μαζέψει ως εκείνη τη μέρα. Ήταν δεκαπέντε φιορίνια. Μετά κλείδωσε την πόρτα, άνοιξε τη βαλίτσα και απόθεσε τη μπλε ποδιά, που ήταν βαριά και ακίνητη, πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Την ξεδίπλωσε αργά, κοίταξε το παιδί και μέτρησε το μήκος του από το κεφάλι μέχρι τα πέλματα με μια μεζούρα. Στη συνέχεια έκανε τις συνηθισμένες δουλειές της και βγήκε έξω. Δυστυχώς όμως ο βασιλιάς, ο χωρικός και ο πύργος είχαν πολύ μικρότερο μέγεθος. Παρ’ όλα αυτά, τους αγόρασε και πήρε και μερικές μαριονέτες ακόμα. Για την ακρίβεια: μια πριγκίπισσα με κόκκινες βούλες στα μάγουλά της, έναν γέρο και έναν άλλο γέρο που είχε έναν σταυρό στο στήθος του και η γενειάδα του τον έκανε να μοιάζει με τον Άγιο Νικόλαο, καθώς και δυο-τρεις ακόμα που δεν είχαν τίποτα ωραίο ή ενδιαφέρον. Πήρε κι ένα κουκλοθέατρο, την αυλαία του οποίου μπορούσες να ανεβάζεις και να κατεβάζεις ώστε ο κήπος πίσω της πότε να εμφανίζεται και πότε να εξαφανίζεται.

Τώρα πλέον η Αννούσκα είχε κάτι για να διασκεδάσει τη μοναξιά της. Πάει, πέρασε και η νοσταλγία για το σπίτι της. Έστησε το μεγάλο, πανέμορφο κουκλοθέατρο (δώδεκα φιορίνια της είχε κοστίσει) και πήγαινε και στεκόταν, όπως έπρεπε, στην πίσω πλευρά. Καμιά φορά ωστόσο, όταν η αυλαία ήταν σηκωμένη, έτρεχε γρήγορα στο μπροστινό μέρος και κοιτούσε τον κήπο, και η γκρίζα κουζίνα εξαφανιζόταν πίσω από τα ψηλά, επιβλητικά δέντρα. Μετά πήγαινε πάλι στην πίσω πλευρά, έπαιρνε δύο – τρεις μαριονέτες και τις άφηνε να λένε τα δικά τους. Οι διάλογοι αυτοί ποτέ δεν αναπτύσσονταν σε ένα πλήρες έργο, υπήρχαν ωστόσο συνομιλίες και καμιά φορά τύχαινε δυο μαριονέτες να κουρνιάσουν ξαφνικά η μια απέναντι στην άλλη, λες και κάτι τις είχε φοβίσει. Ή έσκυβαν και οι δύο για λογαριασμό του γέρου ο οποίος δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο γιατί ήταν φτιαγμένος ολοκληρωτικά από ξύλο. Κι εκείνος κάθε φορά έπεφτε κάτω προσπαθώντας να δείξει την ευγνωμοσύνη του.

Τα παιδιά της γειτονιάς είχαν μάθει στο μεταξύ για το θέατρο της Αννούσκα και σιγά σιγά, στην αρχή με καχυποψία αλλά στη συνέχεια δείχνοντας όλο και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, μαζεύονταν στην κουζίνα των Μπλάχα και παρακολουθούσαν καθώς έπεφτε το σούρουπο στις γωνίες, με τα μάτια τους κολλημένα στις όμορφες μαριονέτες που πάντα μιλούσαν με τον ίδιο τρόπο. Μια φορά η Αννούσκα εμφανίστηκε με τα μάγουλά της κατακόκκινα και είπε: “Έχω και μια πολύ μεγάλη μαριονέτα”. Τα παιδιά έτρεμαν από αδημονία. Αλλά η Αννούσκα φάνηκε να ξεχνιέται πάλι. Τοποθέτησε όλες τις μαριονέτες στον κήπο και όσες δεν μπορούσαν να μείνουν όρθιες, τις έβαλε να στέκουν ακουμπισμένες στην κορνίζα του σκηνικού. Ανάμεσά τους, εμφανίστηκε κι ένας αρλεκίνος που τα παιδιά έβλεπαν για πρώτη φορά, με μεγάλο, στρογγυλό πρόσωπο. Με την ανυπομονησία τους ολοένα και να μεγαλώνει, τα παιδιά ζήτησαν να δουν και την “πολύ μεγάλη” μαριονέτα. Μια φορά μόνο, την “πολύ μεγάλη”. Μόνο για μια στιγμή: την “¨πολύ μεγάλη”.

Η Αννούσκα πήγε στο πίσω μέρος του δωματίου και άνοιξε τη βαλίτσα της. Είχε ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει. Τα παιδιά και οι μαριονέτες στέκονταν σε παράταξη αντικριστά, ακούνητοι όλοι και τόσο όμοιοι μεταξύ τους. Αλλά τα ορθάνοιχτα μάτια του αρλεκίνου, που έμοιαζαν σαν να περίμεναν να δουν κάτι φρικιαστικό, τόσο πολύ φόβισαν τα παιδιά που όλα ανεξαιρέτως το έβαλαν ξαφνικά στα πόδια ουρλιάζοντας.

Η Αννούσκα επέστρεψε κρατώντας την πολύ μεγάλη μπλε μαριονέτα. Τα χέρια της έτρεμαν. Αφού έφυγαν τα παιδιά, η κουζίνα είχε βυθιστεί στη σιωπή και την ερημιά. Η Αννούσκα δε φοβήθηκε. Γέλασε σιγανά κι έδωσε μια κλωτσιά στο κουκλοθέατρο, ρίχνοντάς το κάτω. Τσαλαπάτησε τα λεπτά ξύλα που παρίσταναν τον κήπο, σπάζοντάς τα στη μέση. Και μετά, όταν πια η κουζίνα ήταν ολοσκότεινη, ξέσκισε στα δύο τα κεφάλια όλων των μαριονετών, μαζί κι εκείνο της μπλε, της πολύ μεγάλης.
 

Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom) 

Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal τον Μάιο του 2022 (https://www.fractalart.gr/i-ypiretria-tis-kyrias-mplacha/)

Monday, February 9, 2026

Ambrose Bierce: Το Σπίτι Των Στοιχειών

 
 
Εκεί στον δρόμο που οδηγούσε από το Μάντσεστερ του ανατολικού Κεντάκι προς το Μπούνβιλ, είκοσι μίλια μακριά, υπήρχε το 1862 μια φυτεία με μια ξύλινη αγροικία που ήταν σε κάπως καλύτερη κατάσταση από τις περισσότερες κατοικίες της περιοχής. Το σπίτι αυτό καταστράφηκε από φωτιά την επόμενη χρονιά – την προκάλεσαν πιθανότατα στρατιώτες του Στρατηγού Τζορτζ Γ. Μόργκαν που είχαν ξεστρατίσει από την φάλαγγά τους μετά την οπισθοχώρησή της, αφού ο Στρατηγός Κέρμπι Σμιθ την έτρεψε σε φυγή από το Κάμπερλαντ Γκαπ με προορισμό τον ποταμό του Οχάιο. Όταν καταστράφηκε, ήταν ήδη εγκαταλελειμμένο για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Τα βάτα είχαν θεριέψει στα χωράφια γύρω του, οι φράχτες είχαν διαλυθεί, ακόμα και τα διαμερίσματα των νέγρων, και γενικά τα βοηθητικά κτίσματα, ήταν υπό κατάρρευση, παραδομένα στην εγκατάλειψη και τις λεηλασίες. Γιατί τόσο οι νέγροι όσοι και οι φτωχοί λευκοί των γύρω περιοχών είχαν ανακαλύψει στο κτίριο αλλά και στον περίβολό του μεγάλες ποσότητες καυσίμων, τα οποία και υπεξαιρούσαν χωρίς δισταγμό, απροκάλυπτα, μέρα – μεσημέρι. Πάντα στο φως της ημέρας, δηλαδή, γιατί όταν έπεφτε η νύχτα, δεν πλησίαζε ψυχή το μέρος αυτό, εκτός από περαστικούς ξένους. Ήταν γνωστό ως «το σπίτι των στοιχειών». Το ότι κατοικούσαν εκεί κακά πνεύματα σε πλήρη δραστηριότητα, που μπορούσες να τα δεις και να τα ακούσεις κανονικά, δεν το αμφισβητούσε κανείς στην περιοχή περισσότερο απ’ όσο αμφισβητούσε τα κυριακάτικα κηρύγματα του περαστικού εφημέριου. Όσο για την άποψη του ιδιοκτήτη, ήταν άγνωστη. Ο ίδιος και η οικογένειά του είχαν εξαφανιστεί μια νύχτα χωρίς ν’ αφήσουν πίσω τους το παραμικρό ίχνος. Είχαν παρατήσει τα πάντα – τα υπάρχοντά τους, τα ρούχα και τις προμήθειές τους, τα άλογα στους στάβλους, τις αγελάδες στο χωράφι, τους νέγρους στα διαμερίσματά τους – όλα και όλοι ήταν στη θέση τους, τίποτα δεν έλειπε – εκτός από έναν άντρα, μια γυναίκα, τρία κορίτσια, ένα αγόρι και ένα βρέφος. Ήταν αναμενόμενο να θεωρηθεί κάπως ύποπτη μια φυτεία από όπου είχαν εξαφανιστεί ταυτόχρονα εφτά άτομα χωρίς να έχει κανείς ιδέα για το τι συνέβη.

Μια νύχτα του Ιουνίου του 1859, δύο πολίτες από το Φράνκφορτ, ο Συνταγματάρχης Τζ. Σ. ΜακΑρντλ, δικηγόρος, και ο Δικαστής Μάιρον Βι, της Πολιτοφυλακής, πήγαιναν από το Μπούνβιλ στο Μάντσεστερ. Η δουλειά τους ήταν τόσο σημαντική που αποφάσισαν να μην σταθούν, παρ’ όλο που είχε πέσει το σκοτάδι και ήδη ακουγόταν η βοή μιας καταιγίδας η οποία τελικά ξέσπασε με το που έφτασαν απέναντι από το «το σπίτι των στοιχειών». Οι αστραπές έπεφταν με τέτοια συχνότητα, που χάρις στο φως τους οι δύο ταξιδιώτες μπόρεσαν να περάσουν μέσα από την πύλη και να φτάσουν σ’ ένα υπόστεγο όπου ξεπέζεψαν και έλυσαν τα άλογά τους. Στη συνέχεια προχώρησαν προς το σπίτι μέσα στη βροχή, και χτύπησαν όλες τις πόρτες χωρίς να πάρουν απάντηση. Πιστεύοντας ότι αυτό οφειλόταν στον ασταμάτητο βόμβο από τις βροντές, έσπρωξαν μια πόρτα, η οποία και άνοιξε. Μπήκαν μέσα χωρίς χρονοτριβή κι έκλεισαν την πόρτα. Την ίδια στιγμή βρέθηκαν μέσα στο σκοτάδι και τη σιωπή. Ούτε η παραμικρή υποψία από την αδιάκοπη λάμψη των αστραπών δεν διαπερνούσε τα παράθυρα ή τις χαραμάδες. Ούτε ο παραμικρός ψίθυρος από την θεομηνία που μαινόταν απ’ έξω δεν τους έφτανε εκεί. Ήταν λες και είχαν αίφνης τυφλωθεί και κουφαθεί, και ο ΜακΑρντλ είπε αργότερα ότι για μια στιγμή πίστεψε ότι τον είχε σκοτώσει μια αστραπή καθώς περνούσε το κατώφλι. Για τη συνέχεια του επεισοδίου, μπορούμε κάλλιστα να συμβουλευτούμε τη δική του μαρτυρία, όπως καταγράφηκε στον Συνήγορο του Φράνκφορτ στις 6 Αυγούστου του 1876:

«Όταν είχα κάπως συνέρθει από τη ναυτία που μου προκάλεσε η μετάβαση από τον ορυμαγδό στη νεκρική σιγή, η πρώτη μου παρόρμηση ήταν να ξανανοίξω την πόρτα που είχα κλείσει, ενώ εξακολουθούσα να έχω την αίσθηση ότι το χέρι μου ήταν στο πόμολό της. Ένιωθα να το κρατάω ακόμα ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Η σκέψη μου ήταν πως αν έβγαινα και πάλι έξω στην καταιγίδα, θα διαπίστωνα αν όντως είχα χάσει την όραση και την ακοή μου. Γύρισα το πόμολο και άνοιξα την πόρτα. Είδα μπροστά μου ένα άλλο δωμάτιο!

Στον χώρο αυτόν ήταν διάχυτο ένα ασθενικό, πρασινωπό φως, την πηγή του οποίου δεν μπορούσα να εντοπίσω και που έκανε τα πάντα τριγύρω να διακρίνονται σε γενικές γραμμές, αν και τίποτα δεν φαινόταν να έχει συγκεκριμένο περίγραμμα. Είπα βέβαια τα πάντα, αλλά στην πραγματικότητα τα μοναδικά στερεά σώματα ανάμεσα στους άδειους, πέτρινους τοίχους αυτού του δωματίου ήταν πτώματα ανθρώπων. Θα πρέπει να ήταν οχτώ ή δέκα – όπως καταλαβαίνετε, δεν ήμουν σε θέση να κάτσω να τα μετρήσω. Ήταν όλων των ηλικιών, μωρά, παιδιά και ενήλικες, εκπρόσωποι και των δύο φύλων. Όλα ήταν πεσμένα μπρούμυτα στο πάτωμα εκτός από ένα πτώμα που φαινόταν να είναι μιας νεαρής κοπέλας η οποία ήταν καθισμένη κάτω με την πλάτη της ν’ ακουμπάει σε μια γωνία του τοίχου. Ένα βρέφος ήταν στην αγκαλιά μιας άλλης, μεγαλύτερης γυναίκας. Ένα αγόρι ήταν πεσμένο μπρούμυτα πάνω στα γόνατα ενός άντρα με πλούσια γενειάδα. Ένα ή δύο πτώματα ήταν μισόγυμνα, και το χέρι ενός κοριτσιού κρατούσε ένα κομμάτι από το φόρεμά της που το είχε σκίσει από το μπούστο της. Τα πτώματα ήταν σε διάφορα στάδια αποσύνθεσης, με ζαρωμένα πρόσωπα και σώματα. Κάποια κόντευαν να αποσκελετωθούν.

Καθώς στεκόμουν πετρωμένος από τον τρόμο αντικρίζοντας αυτό το φρικιαστικό θέαμα κι ενώ ακόμα κρατούσα την πόρτα ανοιχτή, μια ανεξήγητη νοσηρή περιέργεια πήρε την προσοχή μου από την σοκαριστική εικόνα και την έστρεψε σε άσχετες λεπτομέρειες. Ίσως το μυαλό μου, προσπαθώντας από ένστικτο να μη σαλέψει, αναζήτησε παρηγοριά σε πράγματα που θα το χαλάρωναν από αυτή την επικίνδυνη ένταση. Ανάμεσα σε άλλα πράγματα, παρατήρησα ότι η πόρτα που κρατούσα ανοιχτή αποτελούνταν από βαριές, βιδωμένες μεταλλικές πλάκες. Σε ίση απόσταση μεταξύ τους και από πάνω μέχρι κάτω, τρία χοντρά μπουλόνια έβγαιναν από το γυριστό πλαίσιο. Γύρισα το πόμολο και ευθυγραμμίστηκαν με το πλαίσιο, το άφησα και πετάχτηκαν έξω. Ήταν μια κλειδαριά με ενισχυμένο οπλισμό. Στην μέσα πλευρά δεν είχε πόμολο, ούτε τίποτ’ άλλο που να εξέχει – έβλεπες απλώς μια λεία σιδερένια επιφάνεια.

Καθώς παρατηρούσα αυτά τα πράγματα με ενδιαφέρον και μια προσοχή που τώρα με ξαφνιάζει όταν την αναλογίζομαι, ένιωσα ένα σπρώξιμο, και ο Δικαστής Βι, τον οποίο είχα εντελώς ξεχάσει μέσα στην ένταση και τις συναισθηματικές μου διακυμάνσεις, με προσπέρασε και μπήκε στο δωμάτιο. Για το Θεό, φώναξα, μην μπαίνεις μέσα! Πάμε να φύγουμε απ’ αυτό το καταραμένο μέρος!

Δεν έδωσε καμία σημασία στις παρακλήσεις μου αλλά (σαν σωστός ατρόμητος άντρας του Νότου που ήταν) προχώρησε βιαστικά στο κέντρο του δωματίου, γονάτισε δίπλα σε ένα από τα πτώματα για να το δει καλύτερα και πήρε με προσοχή στα χέρια του το μαυρισμένο και ζαρωμένο κεφάλι. Μια δυνατή, δυσάρεστη οσμή έφτασε μέχρι την είσοδο και με παρέλυσε εντελώς. Έχασα τις αισθήσεις μου, ένιωσα να πέφτω και καθώς προσπαθούσα να πιαστώ από την άκρη της πόρτας για να στηριχτώ, άθελά μου την έσπρωξα και την έκλεισα με έναν εκκωφαντικό κρότο.

Δε θυμάμαι τίποτ’ άλλο. Έξι εβδομάδες αργότερα, βρέθηκα να πασχίζω να ξαναβρώ τα λογικά μου σε ένα ξενοδοχείο στο Μάντσεστερ, όπου με μετέφεραν άγνωστοι την επόμενη μέρα. Όλες αυτές τις εβδομάδες υπέφερα από νευρικό πυρετό και είχα συνέχεια παραληρήματα. Με είχαν βρει πεσμένο στον δρόμο αρκετά μίλια μακριά από το σπίτι, αλλά δεν είχα ιδέα πώς κατάφερα να φύγω για να φτάσω μέχρι εκεί. Όταν συνήλθα, ή όταν οι γιατροί μού επέτρεψαν να μιλήσω, και ρώτησα να μάθω για τον Δικαστή Βι, με πληροφόρησαν (για να με καθησυχάσουν, όπως διαπίστωσα μετά) ότι ήταν καλά και βρισκόταν ήδη στο σπίτι του.

Κανείς δεν πίστεψε ούτε λέξη από την ιστορία μου, και δεν μου κάνει εντύπωση. Κι αναρωτιέμαι αν μπορεί άραγε κανείς να διανοηθεί τη θλίψη που ένιωσα όταν, φτάνοντας στο σπίτι μου στο Φράνκφορτ δύο μήνες αργότερα, έμαθα ότι τα ίχνη του Δικαστή Βι είχαν χαθεί από κείνη τη νύχτα. Τότε μετάνιωσα πικρά για την ψωροπερηφάνεια που με είχε αποτρέψει από τις πρώτες κιόλας μέρες της ανάρρωσής μου να επαναλάβω την αμφισβητούμενη ιστορία μου και να επιμείνω μέχρι να με πιστέψουν.

Όλα όσα συνέβησαν στη συνέχεια – ότι έγινε έρευνα στο σπίτι και δεν βρέθηκε ποτέ κανένα δωμάτιο που να συμφωνεί με την περιγραφή που είχα δώσει, κι ότι κάποιοι επιχείρησαν να με βγάλουν τρελό αλλά εγώ κατάφερα να κατατροπώσω αυτούς τους επικριτές μου – οι αναγνώστες του Συνηγόρου τα ξέρουν ήδη. Μετά από όλα αυτά τα χρόνια, είμαι ακόμα πεπεισμένος ότι αν ποτέ γίνουν ανασκαφές, τις οποίες δεν έχω ούτε τη νόμιμη εξουσία αλλά ούτε και τα χρήματα να πραγματοποιήσω, θα αποκαλύψουν το μυστικό της εξαφάνισης του άτυχου φίλου μου, και ίσως και των παλιών ενοίκων και ιδιοκτητών του εγκαταλελειμμένου και καταστραμμένου πλέον σπιτιού. Δεν έχω χάσει τις ελπίδες μου για την πιθανότητα μιας τέτοιας έρευνας, και μου προκαλεί μεγάλη θλίψη το γεγονός ότι έχει καθυστερήσει εξαιτίας της εχθρότητας και της βλακώδους δυσπιστίας της οικογένειας και των φίλων του μακαρίτη Δικαστή Βι.»

Ο Συνταγματάρχης ΜακΑρντλ πέθανε στο Φράνκφορτ την δέκατη τρίτη μέρα του Δεκεμβρίου, το έτος 1879.


Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom)

Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Diastixo τον Δεκέμβριο του 2019 (https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/pezografia/13278-spiti-stihion)

Sunday, February 8, 2026

Edgar Allan Poe: Ελεονόρα

Sub conservatione formae specificae salva anima
[Υπό την προστασία μιας συγκεκριμένης μορφής, η ψυχή μπορεί να σωθεί]
Ραϊμούνδος Λούλιος

Προέρχομαι από μια γενιά που την χαρακτηρίζουν η αχαλίνωτη φαντασία και το άσβεστο πάθος. Ο κόσμος με λέει τρελό, ωστόσο το ερώτημα δεν έχει ακόμα διασαφηνιστεί, αν η τρέλα είναι τελικά ή όχι η πιο ευγενής έκφανση της ευφυΐας – αν κάποιες από τις σκέψεις τις ξεχωριστές, αν όλες οι βαθυστόχαστες ιδέες δεν πηγάζουν από την ασθένεια του πνεύματος – από τις διαθέσεις του μυαλού που κυριαρχούν εις βάρος της γενικότερης νοημοσύνης. Εκείνοι που βλέπουν όνειρα την ημέρα είναι γνώστες πολλών πραγμάτων τα οποία περνούν απαρατήρητα από όσους ονειρεύονται μόνο τη νύχτα. Μέσα στα γκρίζα οράματά τους κατακτούν στιγμές της αιωνιότητας και καθώς ξυπνούν ανακαλύπτουν με δέος ότι είχαν βρεθεί μια ανάσα από την αποκάλυψη κάποιου μεγάλου μυστικού. Μέσα σε λίγες στιγμές μαθαίνουν κάτι από τη σοφία του καλού και κάτι περισσότερο από την απλή γνώση του κακού. Εισχωρούν, ωστόσο, χωρίς πηδάλιο και χωρίς πυξίδα, στον απέραντο ωκεανό του “αρρήτου φωτός” και πάλι, όπως στις περιπέτειες του Νουβιανού γεωγράφου, “agressi sunt mare tenebrarum, quid in eo esset exploraturi.” [“εισβάλλουν στη Θάλασσα του Σκότους για να ανακαλύψουν τι κρύβει”]

Ας πούμε λοιπόν ότι είμαι τρελός. Ή τουλάχιστον ας δεχτώ ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές καταστάσεις πνευματικής υπόστασης: η κατάσταση της διαυγούς λογικής η οποία είναι αδιαμφισβήτητη και σχετίζεται με την ανάμνηση των γεγονότων που αποτελούν την πρώτη εποχή της ζωής μου, και μια κατάσταση σκιάς και αμφιβολίας που αφορά το παρόν και την αναπόληση όλων όσων αποτελούν τη δεύτερη μεγάλη περίοδο της ύπαρξής μου. Επομένως ό,τι αφηγηθώ σχετικά με τα πρώτα χρόνια, να το πιστέψετε. Και ό,τι πιθανώς αναφέρεται σε μια μεταγενέστερη εποχή, δώστε του όση πίστη κρίνετε εσείς ή και αμφισβητείστε το εντελώς ή, αν δεν μπορείτε να το αμφισβητήσετε, να  αντιμετωπίσετε το αίνιγμά του όπως είχε κάνει κάποτε ο Οιδίποδας.

Εκείνη που αγάπησα στα νιάτα μου, και την ανάμνηση της οποίας τώρα καταγράφω με ηρεμία και σαφήνεια, ήταν η μοναχοκόρη της μονάκριβης αδελφής της μακαρίτισσας της μητέρας μου. Ελεονόρα ήταν το όνομα της ξαδέλφης μου. Ζούσαμε μαζί όλη μας τη ζωή, κάτω από τον τροπικό ήλιο, στην Κοιλάδα του Πολύχρωμου Γρασιδιού. Ήταν αδύνατο να φτάσει κανείς τυχαία σ’ αυτή την κοιλάδα – γιατί ήταν κρυμμένη πίσω από μια σειρά γιγάντιους λόφους που υψώνονταν γύρω της και δεν άφηναν τον ήλιο να φωτίσει τις πιο κρυφές γωνιές της. Τα μονοπάτια γύρω της ήταν απάτητα, και για να φτάσει κανείς στο ευτυχισμένο σπιτικό μας έπρεπε να παραμερίσει με όλη του τη δύναμη τα φυλλώματα εκατοντάδων δέντρων και να τσαλαπατήσει την ομορφιά εκατομμυρίων μυρωδάτων λουλουδιών. Έτσι λοιπόν ζούσαμε ολομόναχοι, κι όλος ο κόσμος μας ήταν αυτή η κοιλάδα – εγώ, η ξαδέλφη μου και η μητέρα της.

Από τις σκοτεινές εκτάσεις πέρα από τα βουνά, στo υψηλότερo σημείο της προφυλαγμένης ιδιοκτησίας μας, ξεκινούσε ένα στενό και βαθύ ποτάμι που η λάμψη του ξεπερνούσε τα πάντα εκτός από τα μάτια της Ελεονόρας - στην φιδωτή διαδρομή του, σχημάτιζε στα κλεφτά μικρούς λαβυρίνθους και ένα μεγάλο μέρος του διέσχιζε ένα σκοτεινό φαράγγι ανάμεσα σε λόφους πιο ζοφερούς ακόμα κι από αυτούς από τους οποίους ξεκινούσε. Το λέγαμε ‘το Ποτάμι της Σιωπής’ γιατί καθώς κυλούσε ήταν σα να επέβαλε γύρω του την απόλυτη σιωπή. Δεν ακουγόταν το παραμικρό μουρμουρητό από τον πυθμένα του και κυλούσε τόσο ήρεμα που τα μαργαριταρένια βότσαλα που μας άρεσε να χαζεύουμε κάτω χαμηλά στα βάθη του δεν έκαναν την παραμικρή κίνηση, μόνο έστεκαν ακίνητα, το καθένα στη θέση του, να λάμπουν εκπληκτικά στην αιωνιότητα.

Η κοίτη του ποταμού και των άπειρων λαμπυριστών ρυακιών που γλιστρούσαν αναπάντεχα μέσα στο κανάλι του, καθώς και τα κομμάτια εκείνα που ξεκινούσαν από την κοίτη και κατέληγαν κάτω χαμηλά στα βάθη του ρέματος φτάνοντας μέχρι τον πυθμένα με τα βότσαλα – αυτά τα σημεία, καθόλου λιγότερο από όλη την επιφάνεια της κοιλάδας, από το ποτάμι μέχρι και τα βουνά που την περιστοίχιζαν, ήταν σκεπασμένα όλα με απαλό, πράσινο γρασίδι, πυκνό, χαμηλό, τέλεια ευθυγραμμισμένο, που μύριζε βανίλια, πασπαλισμένο απ’ άκρη σ’ άκρη με κίτρινες νεραγκούλες, λευκές μαργαρίτες, μαβιές βιολέτες, κατακόκκινους ασφόδελους. Όλη αυτή η ασύλληπτη ομορφιά μιλούσε στις καρδιές μας με όλη της τη δύναμη για την αγάπη και τη δόξα του Θεού.

Εδώ κι εκεί, σε συστάδες μέσα στο γρασίδι, σαν ερημιές μέσα σε όνειρα, ξεπετάγονταν υπέροχα δέντρα των οποίων οι ψηλοί, λεπτοί κορμοί δεν έστεκαν ευθυτενείς, αλλά έγερναν με χάρη προς το φως που τρύπωνε τα μεσημέρια στη μέση της κοιλάδας. Η επιφάνειά τους ήταν χρωματισμένη με μια ζωηρή, μεγαλειώδη αλληλουχία από εβένινο μαύρο και ασημί, και ήταν ό,τι πιο απαλό υπήρχε στον κόσμο εκτός από τα μάγουλα της Ελεονόρας. Γι’ αυτό και, αν δεν υπήρχε το φωτεινό πράσινο των τεράστιων φύλλων που απλώνονταν από τις κορυφές τους σε μακριές, τρεμουλιαστές γραμμές παίζοντας με το αεράκι, μπορεί και να τα περνούσε κανείς για γιγάντια ερπετά της Συρίας που απέτειναν φόρο τιμής στον άρχοντά τους τον Ήλιο.

Για δεκαπέντε χρόνια τριγυρνούσα σ’ αυτή την κοιλάδα χέρι – χέρι με την Ελεονόρα προτού ο Έρωτας τρυπώσει στις καρδιές μας. Ήταν ένα απόγευμα, καθώς εκείνη κόντευε να κλείσει την τρίτη πενταετία της ζωής της κι εγώ την τέταρτη, που μείναμε αγκαλιασμένοι κάτω από τα δέντρα που έμοιαζαν με ερπετά, και κοιτούσαμε μέσα στο νερό του Ποταμιού της Σιωπής τις δικές μας αντανακλάσεις. Δεν είπαμε λέξη για όλο το υπόλοιπο εκείνης της υπέροχης μέρας, ενώ και οι κουβέντες μας το επόμενο πρωί ήταν βιαστικές και μετρημένες. Είχαμε ξυπνήσει τον Θεό Έρωτα μέσα από εκείνο το κύμα, και τώρα νιώθαμε ότι είχε ανάψει μέσα μας τις φλογερές ψυχές των προπατόρων μας. Τα πάθη που για αιώνες έκαναν τη γενιά μας τόσο ξεχωριστή ήρθαν ορμητικά φέρνοντας μαζί τους και κάθε λογής επιθυμίες, απλώνοντας μια παραληρηματική ευτυχία πάνω από την Κοιλάδα του Πολύχρωμου Γρασιδιού. Κάτι άλλαξε τα πάντα γύρω μας. Παράξενα, πανέμορφα λουλούδια σε σχήματα αστεριών φύτρωναν φλογισμένα πάνω στα δέντρα όπου δεν υπήρχαν ποτέ έως τότε λουλούδια. Οι αποχρώσεις της πράσινης χλόης έγιναν πιο σκούρες κι όταν, μία – μία, οι λευκές μαργαρίτες άρχισαν να μαραίνονται, εμφανίστηκαν αναπάντεχα στη θέση τους  κατακόκκινοι ασφόδελοι. Η ζωή ξύπνησε στο δρόμο μας – γιατί το ψηλόλιγνο φλαμίνγκο, που έως τότε δεν το είχαμε δει ποτέ, μαζί με όλα τα χαρούμενα, φανταχτερά πουλιά, μας έδειξε το πορφυρό φτέρωμά του. Χρυσά και ασημιά ψαράκια στοίχειωναν το ποτάμι, μέσα από την αγκαλιά του οποίου ακουγόταν όλο και περισσότερο ένα μουρμουρητό το οποίο στη συνέχεια εξελισσόταν σε μια νανουριστική μελωδία πιο θεϊκή και από την άρπα του Αιόλου – πιο γλυκιά από ο,τιδήποτε άλλο εκτός από τη φωνή της Ελεονόρας. Και τώρα ένα τεράστιο σύννεφο, το οποίο βλέπαμε εδώ και πολύ καιρό πάνω από τα λημέρια της Εσπερίας, κατευθύνθηκε προς το μέρος μας, πανέμορφο μέσα στα πορφυρά και χρυσαφένια χρώματά του, και αφού συνθηκολόγησε μαζί μας, πήρε να βυθίζεται μέρα με τη μέρα όλο και πιο χαμηλά ώσπου το περίγραμμά του αγκάλιασε τις κορυφές των βουνών, μεταμορφώνοντας τη σκοτεινιά τους σε μεγαλείο και κλειδώνοντάς μας, για πάντα θαρρείς, μέσα σε ένα μαγικό σπίτι – φυλακή, που έσφυζε από δόξα και μεγαλοπρέπεια.

Η ομορφιά της Ελεονόρας ήταν αγγελική – αλλά ήταν ένα κορίτσι ακατέργαστο και αθώο, όπως άλλωστε και η σύντομη ζωή που έζησε ανάμεσα στα λουλούδια. Κανένας δόλος δεν απέκρυψε τη θέρμη του έρωτα που ζωντάνεψε την καρδιά της, και εξερεύνησε μαζί μου τις πιο κρυφές πτυχές του καθώς περιδιαβάζαμε στην Κοιλάδα του Πολύχρωμου Γρασιδιού, και κουβεντιάζαμε για τις τρομερές αλλαγές που είχαν συμβεί εκεί.

Μετά από λίγο καιρό, κι ενώ είχαμε συζητήσει μια μέρα με δάκρυα στα μάτια για την τελευταία δραματική αλλαγή που είναι η μοίρα όλης της Ανθρωπότητας, από εκεί και πέρα μόνο αυτό το θλιβερό θέμα την απασχολούσε, και το έφερνε πάντα με κάποιο τρόπο μέσα στις συζητήσεις μας, έτσι όπως, στα τραγούδια του βάρδου του Σιράζ οι ίδιες εικόνες επανέρχονται ξανά και ξανά, σε όλες τις εντυπωσιακές παραλλαγές κάθε φράσης.

Είχε δει ότι το δάχτυλο του Θανάτου ήταν πάνω από το στέρνο της – ότι, σαν την πεταλούδα, είχε πλαστεί με τελειότητα μόνο και μόνο για να πεθάνει. Αλλά ο φόβος της για τον τάφο είχε να κάνει μόνο με μια σκέψη που μου αποκάλυψε ένα απόγευμα ενώ έπεφτε ο ήλιος, στις όχθες του Ποταμιού της Σιωπής. Την έθλιβε να σκέφτεται ότι, αφού θα την είχα θάψει στην Κοιλάδα του Πολύχρωμου Γρασιδιού, θα εγκατέλειπα για πάντα τις χαρούμενες γωνιές της και θα μετέφερα την αγάπη που τώρα με τόσο πάθος της ανήκε, σε μια κοπέλα από τον έξω κόσμο, τον καθημερινό. Τότε λοιπόν έπεσα βιαστικά στα πόδια της Ελεονόρας και ορκίστηκα σ’ εκείνη και στον Ουρανό ότι δεν θα ενωνόμουν ποτέ με τα δεσμά του γάμου με καμία κόρη της Γης – ότι με κανέναν τρόπο δεν θα απαρνιόμουν την λατρευτή της μνήμη ή τη μνήμη της απόλυτης αφοσίωσης με την οποία με είχε ευλογήσει. Και επικαλέστηκα τον Μεγαλοδύναμο σαν μάρτυρα για την ευλάβεια και τη σοβαρότητα του όρκου μου. Και άφησα ευχή και κατάρα σ’ Εκείνον και σ’ εκείνη, που θα ήταν μια αγία στον Παράδεισο, έτσι και πρόδιδα αυτή μου την υπόσχεση, να μου επιβάλουν μια τιμωρία τόσο τρομακτική που δεν επιτρέπω καν στον εαυτό μου να την αναφέρω τώρα. Και τα φωτεινά μάτια της Ελεονόρας έγιναν ακόμα πιο φωτεινά ακούγοντας τα λόγια μου, αναστέναξε λες και της είχε φύγει ένα τεράστιο βάρος από το στήθος, κι άρχισε να τρέμει και να κλαίει πολύ πικρά. Ωστόσο αποδέχτηκε τον όρκο μου (δεν ήταν παρά ένα παιδί!) κι έτσι δεν ταλαιπωρήθηκε στις τελευταίες της στιγμές. Και μου είπε, λίγες μέρες αργότερα, ενώ πέθαινε γαλήνια, ότι γι’ αυτό που είχα κάνει για να ηρεμήσω την ψυχή της, θα με φύλαγε με το πνεύμα της όταν θα αποχωρούσε από τη ζωή, και αν της το επέτρεπαν, θα επέστρεφε τις νύχτες στην ανθρώπινη μορφή της. Αλλά αν κάτι τέτοιο ήταν πέρα από τις δυνάμεις των ψυχών του Παραδείσου, τουλάχιστον θα μου έδινε συχνά σήματα της παρουσίας της, φυσώντας επάνω μου με τον άνεμο του απογεύματος ή γεμίζοντας τον αέρα που ανέπνεα με άρωμα από τα θυμιατά των αγγέλων. Και με αυτά τα λόγια στα χείλια της, παρέδωσε την αθώα ζωή της, βάζοντας ένα τέλος στην πρώτη εποχή της δικής μου.

Όλα αυτά τα αφηγήθηκα όπως έγιναν. Αλλά καθώς περνάω το φράγμα στο μονοπάτι του Χρόνου, που έχει σχηματιστεί από τον θάνατο της αγαπημένης μου, και προχωράω στη δεύτερη περίοδο της ύπαρξής μου, αισθάνομαι ότι μια σκιά γεμίζει το μυαλό μου και δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι η καταγραφή των γεγονότων είναι απόλυτα αξιόπιστη. Αλλά ας συνεχίσω. Τα χρόνια περνούσαν οδυνηρά, κι εγώ εξακολουθούσα να ζω στην Κοιλάδα του Πολύχρωμου Γρασιδιού. Ωστόσο μια δεύτερη αλλαγή συνέβη στα πάντα. Τα λουλούδια σε σχήματα αστεριών συρρικνώθηκαν στους κορμούς των δέντρων και δεν ξαναφάνηκαν. Οι αποχρώσεις της πράσινης χλόης θάμπωσαν, κι ένας – ένας οι κατακόκκινοι ασφόδελοι μαράθηκαν. Και στη θέση τους εμφανίστηκαν αναπάντεχα σκούρες βιολέτες, ίδιες με μάτια, που ξεραίνονταν όλο αγωνία και σκεπάζονταν από πάχνη. Η ζωή άρχισε να φεύγει από τον δρόμο μας, γιατί το ψηλόλιγνο φλαμίνγκο δεν μας έδειχνε πια το πορφυρό του φτέρωμα, μόνο πέταξε μελαγχολικά από την κοιλάδα προς τους λόφους, μαζί με όλα τα χαρούμενα, φανταχτερά πουλιά που είχε φέρει μαζί του. Και τα χρυσά και ασημιά ψαράκια έφυγαν προς το φαράγγι στο πιο μακρινό σημείο της ιδιοκτησίας μας και δεν ξαναστόλισαν ποτέ το όμορφο ποτάμι. Και η νανουριστική μελωδία, που ήταν πιο γλυκιά και από την άρπα του Αιόλου, και πιο θεϊκή απ’ όλα εκτός από τη φωνή της Ελεονόρας, άρχισε λίγο – λίγο να χάνεται μέσα σε μουρμουρητά όλο και πιο σιγανά, ώσπου το ρέμα επανήλθε με τον καιρό οριστικά στη σοβαρότητα της αρχικής του σιωπής. Και στο τέλος το τεράστιο σύννεφο υψώθηκε και, βυθίζοντας ξανά τις κορυφές των βουνών στο παλιό τους σκοτάδι, ξαναγύρισε στα λημέρια της Εσπερίας και πήρε μακριά από την Κοιλάδα του Πολύχρωμου Γρασιδιού όλες τις χρυσαφένιες ομορφιές του.

Ωστόσο οι υποσχέσεις της Ελεονόρας δεν ξεχάστηκαν – γιατί άκουγα τον ήχο από τα θυμιατά των αγγέλων, και το άγιο άρωμα γέμιζε συνεχώς την κοιλάδα. Και τις ώρες της μοναξιάς μου, όταν η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, ο άνεμος που χάιδευε το μέτωπό μου ήταν γεμάτος με απαλούς αναστεναγμούς, και αδιευκρίνιστα μουρμουρητά γέμιζαν τον νυχτερινό αέρα και μία φορά – αλίμονο, μόνο μία φορά! - ξύπνησα από έναν ύπνο ίδιο με τη νάρκη του θανάτου, από αόρατα χείλη που πίεζαν τα δικά μου.

Αλλά το κενό που είχα στην καρδιά μου αρνούνταν, ακόμα κι έτσι, να γεμίσει. Λαχταρούσα την αγάπη που παλιότερα την έκανε να ξεχειλίζει. Με τον καιρό, η κοιλάδα μ’ έκανε να υποφέρω εξαιτίας της ανάμνησης της Ελεονόρας και την εγκατέλειψα για πάντα για να αναζητήσω τις ματαιότητες και τους θορυβώδεις θριάμβους του κόσμου.

Βρέθηκα σε μια παράξενη πόλη, όπου τα πάντα μπορεί και να είχαν σκοπό να αμαυρώσουν τις αναμνήσεις και τα γλυκά όνειρα που έβλεπα για τόσα χρόνια στην Κοιλάδα του Πολύχρωμου Γρασιδιού. Το μεγαλείο και η επίδειξη πλούτου σε μια διακεκριμένη αυλή, οι μανιασμένες κλαγγές των όπλων, η ακτινοβόλα ομορφιά των γυναικών, μπέρδευαν και μεθούσαν το μυαλό μου. Η καρδιά μου, ωστόσο, παρέμενε πιστή στους όρκους μου και εξακολουθούσα να έχω ενδείξεις της παρουσίας της Ελεονόρας κατά τις σιωπηλές ώρες της νύχτας. Ξαφνικά αυτές οι εκδηλώσεις σταμάτησαν, ο κόσμος σκοτείνιασε μπροστά στα μάτια μου κι απόμεινα έντρομος μπροστά στις φλογισμένες σκέψεις που με κατέλαβαν, στους τρομακτικούς πειρασμούς που με κυρίεψαν. Γιατί από κάποια μακρινή, πολύ μακρινή και απομονωμένη γη, στη χαρούμενη αυλή του βασιλιά όπου υπηρετούσα, εμφανίστηκε μια κοπέλα στης οποίας την ομορφιά ολόκληρη η δειλή καρδιά μου παραδόθηκε αμέσως – και υποκλίθηκα μπροστά της χωρίς διαμαρτυρία, με την πιο παθιασμένη, την πιο αναίσχυντη λατρεία του έρωτα. Στ’ αλήθεια, τι ήταν το πάθος μου για εκείνο το κορίτσι της κοιλάδας σε σύγκριση με τη θέρμη, το ντελίριο και την χαροποιό έκσταση του θαυμασμού με τον οποίο απόθεσα όλη μου την ψυχή με δάκρυα στα μάτια μπροστά στα πόδια της αιθέριας Έρμενγκαρντ; Τι όμορφη που ήταν η αγγελική Έρμενγκαρντ! Και μ’ αυτή τη διαπίστωση, δεν άφησα χώρο για καμία άλλη. Τι θεϊκή που ήταν η Έρμενγκαρντ, ο άγγελός μου! και καθώς κοιτούσα στα βάθη των ματιών της, που ξυπνούσαν τόσες αναμνήσεις, σκεφτόμουν μόνο αυτά – κι εκείνη.

Παντρεύτηκα – δεν φοβήθηκα την κατάρα που είχα επικαλεστεί, ούτε και με κατέλαβε η πικρία της. Και μία φορά – και πάλι μόνο μία φορά μέσα στην ησυχία της νύχτας ήρθαν μέσα από τις γρίλιες οι απαλοί αναστεναγμοί που με είχαν ξεχάσει, και μεταπλάστηκαν σε μια οικεία, γλυκιά φωνή που έλεγε:

“Κοιμήσου ήσυχα! - γιατί το Πνεύμα της Αγάπης βασιλεύει και κυβερνά, και βάζοντας μέσα στην παθιασμένη σου καρδιά την Έρμενγκαρντ, απαλλάσσεσαι, για λόγους που θα μάθεις στον Παράδεισο όταν έρθει η ώρα, από τους όρκους σου προς την Ελεονόρα.”

Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom)

Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Diastixo τον Φεβρουάριο του 2019 (https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/pezografia/11574-eleonwra)

Saturday, February 7, 2026

Ambrose Bierce: O Κάτοικος Της Καρκόσα

Υπάρχουν λοιπόν διαφορετικά είδη θανάτου – με κάποια το σώμα παραμένει, ενώ με κάποια άλλα σβήνει και χάνεται μαζί με το πνεύμα.

Αυτό το τελευταίο συμβαίνει μόνο στη μοναξιά (έτσι είναι το θέλημα του Θεού) και, αφού κανείς δεν μπορεί να δει το τέλος, λέμε ότι ο άνθρωπος χάνεται ή ότι πηγαίνει ένα μακρύ ταξίδι – κάτι που όντως ισχύει. Άλλοτε πάλι έχει τύχει να συμβεί ενώπιον άλλων, όπως έχουν δείξει πάμπολλες μαρτυρίες. Σε κάποιες περιπτώσεις θανάτου έχει τύχει να πεθάνει το πνεύμα, ενώ είναι γνωστό ότι το σώμα παραμένει ακμαίο για πολλά χρόνια ακόμα. Άλλες φορές, σύμφωνα με έγκυρες μαρτυρίες, το πνεύμα πεθαίνει μαζί με το σώμα, αλλά ύστερα από ένα διάστημα ανασταίνεται και πάλι στο ίδιο εκείνο μέρος όπου συντελέστηκε η αποσύνθεση του σώματος.

Καθώς αναλογιζόμουν αυτά τα λόγια του Αλί (ο Θεός ας τον αναπαύσει) χωρίς να είμαι και τόσο σίγουρος για την ουσιαστική σημασία τους, εφόσον είχα βέβαια τις υποψίες μου αλλά αμφέβαλλα κιόλας για το αν έκρυβαν κάποιο βαθύτερο νόημα πέρα από εκείνο που είχα ήδη αντιληφθεί, δεν κατάλαβα ότι είχα χάσει τον δρόμο μου μέχρι που μια ξαφνική ριπή ψυχρού αέρα με χτύπησε στο πρόσωπο, φέρνοντάς με και πάλι σε επαφή με το περιβάλλον μου. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι όλα γύρω μου ήταν άγνωστα. Δεξιά κι αριστερά μου απλωνόταν μια απέραντη, σκοτεινή και έρημη πεδιάδα, καλυμμένη με πυκνό και ψηλό ξερό γρασίδι, που θρόιζε και σφύριζε με τον φθινοπωρινό αέρα, κι ένας θεός ξέρει πόσα μυστήρια και ανησυχητικά πράγματα ήθελε να πει. Ανά μεγάλα διαστήματα υψώνονταν βράχοι με παράξενο σχήμα και μουντό χρώμα που έμοιαζαν να συνεννοούνται μεταξύ τους και να ανταλλάσσουν ματιές αδιευκρίνιστης σημασίας, σαν να είχαν σκύψει το κεφάλι τους για να παρακολουθήσουν την εξέλιξη ενός προδιαγεγραμμένου γεγονότος. Κάτι ξεριζωμένα δέντρα εδώ κι εκεί έμοιαζαν να είναι οι αρχηγοί σ’ αυτήν την κακόβουλη συνωμοσία της σιωπηλής προσμονής.

Σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να ήταν προχωρημένη η μέρα, αν και ο ήλιος δεν φαινόταν πουθενά. Και παρόλο που αντιλαμβανόμουν ότι ο αέρας ήταν τραχύς και ψυχρός, η αντίληψη αυτή που είχα ήταν περισσότερο πνευματική και λιγότερο σωματική – δεν ένιωθα καθόλου άσχημα. Πάνω από το μελαγχολικό τοπίο, ένας ουρανός γεμάτος με βαριά, μολυβένια σύννεφα κρεμόταν σαν μια κατάρα με υπόσταση χειροπιαστή. Υπήρχε σε όλα αυτά κάτι σαν απειλή, σαν ένας οιωνός – μια υποψία κακού, μια υπόνοια καταστροφής. Δεν φαινόταν πουθενά ούτε πουλί, ούτε ζώο, ούτε έντομο. Ο άνεμος αναστέναζε μέσα από τα γυμνά κλαδιά των νεκρών δέντρων και το γκρίζο γρασίδι έσκυβε για να ψιθυρίσει το φοβερό μυστικό του στη γη. Αλλά κανένας άλλος ήχος ούτε κίνηση δεν έσπαγε την ανυπόφορη ακινησία του καταθλιπτικού τοπίου.

Παρατήρησα μέσα στη βλάστηση κάτι ανεμοδαρμένες πέτρες, που προφανώς τους είχε δώσει σχήμα κάποιο εργαλείο. Ήταν σπασμένες, καλυμμένες με μούχλα και μισοθαμμένες στο χώμα. Κάποιες ήταν πεσμένες μπρούμυτα, άλλες ήταν γερμένες σε διάφορες γωνίες, καμιά δε στεκόταν όρθια. Θα πρέπει να ήταν επιτύμβιες στήλες, αν και οι αντίστοιχοι τάφοι δεν υπήρχαν πια, ούτε σαν αναχώματα ούτε σαν λακκούβες. Ο χρόνος τα είχε ισοπεδώσει όλα. Σκορπισμένα εδώ κι εκεί, διάφορα άλλα ογκώδη ντουβάρια υποδείκνυαν τα σημεία όπου μεγαλόπρεποι τάφοι ή πολυτελή μνημεία ύψωσαν κάποτε το ασήμαντο ανάστημά τους στη λησμονιά. Αυτά τα ερείπια, αυτά τα ίχνη ματαιότητας, τα μνημεία αφοσίωσης και ευσέβειας, έμοιαζαν να είναι τόσο παλιά, τόσο ταλαιπωρημένα, φθαρμένα και λεκιασμένα – και το μέρος αυτό τόσο παρατημένο, εγκαταλελειμμένο και ξεχασμένο, που δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ ότι είχα ανακαλύψει το νεκροταφείο μιας προϊστορικής φυλής ανθρώπων που το όνομά τους είχε σβηστεί από την ιστορία.

Με το μυαλό μου γεμάτο από αυτές τις σκέψεις, λησμόνησα για λίγο την εξέλιξη των δικών μου εμπειριών, αλλά σύντομα σκέφτηκα: «Πώς έφτασα εδώ πέρα;» Η στιγμιαία αυτή αναλαμπή φάνηκε να ξεκαθαρίζει τα πάντα και ταυτόχρονα να εξηγεί, όχι χωρίς κάποια ανησυχία, τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο η φαντασία μου είχε μεταφράσει όλα όσα έβλεπα και άκουγα. Ήμουν άρρωστος. Θυμήθηκα τότε ότι είχα χτυπηθεί από έναν ξαφνικό πυρετό και ότι η οικογένειά μου μού είχε πει ότι, όποτε με έπιανε παραλήρημα, ζητούσα απεγνωσμένα ελευθερία και καθαρό αέρα, και πως με είχαν περιορίσει στο κρεβάτι για να μην το σκάσω. Τώρα όμως είχα ξεφύγει από την εποπτεία των ακολούθων μου και είχα φτάσει μέχρι – αλήθεια, μέχρι πού; Δεν μπορούσα να καταλάβω. Προφανώς είχα απομακρυνθεί αρκετά από την πόλη όπου διέμενα – την αρχαία και ξακουστή πόλη Καρκόσα.

Δεν έβλεπα ούτε άκουγα πουθενά σημάδια ανθρώπινης ζωής, ούτε καπνό να υψώνεται, ούτε το γάβγισμα των σκυλιών, ούτε τους μουρμουριστούς ήχους των κοπαδιών, ούτε τις φωνές των παιδιών που έπαιζαν – δεν υπήρχε τίποτα πέρα από το θλιμμένο κοιμητήριο, με τον αέρα του μυστηρίου και του φόβου, εξαιτίας του δικού μου διαταραγμένου μυαλού. Μήπως πήγαινε πάλι να με πιάσει παραλήρημα, χωρίς μάλιστα να μπορεί να με βοηθήσει κανείς; Μήπως ήταν όλα μια ψευδαίσθηση εξαιτίας της τρέλας μου; Φώναξα δυνατά τα ονόματα των συζύγων και των γιων μου, άπλωσα τα χέρια μου αναζητώντας τα δικά τους, καθώς περπατούσα ανάμεσα στις πεσμένες πέτρες και το ξεραμένο χορτάρι.

Ένας θόρυβος πίσω μου με έκανε να γυρίσω. Ένα άγριο ζώο – ένας λύγκας – με πλησίαζε. Η σκέψη μού ήρθε αμέσως στο μυαλό: αν καταρρεύσω εδώ στην έρημο – αν μου ανεβεί και πάλι ο πυρετός και χάσω τις αισθήσεις μου, αυτό το θηρίο θα μου ξεριζώσει το λαρύγγι. Όρμησα προς το μέρος του ουρλιάζοντας. Εκείνο πέρασε ξυστά από δίπλα μου με ηρεμία και χάθηκε πίσω από έναν βράχο.

Την επόμενη στιγμή, το κεφάλι ενός άντρα ξεπετάχτηκε από το επίπεδο του εδάφους λίγο μακρύτερα. Ανέβαινε την πλαγιά ενός χαμηλού λόφου, η κορυφογραμμή του οποίου ίσα που διακρινόταν από εκεί που βρισκόμουν. Σύντομα τον είδα να ξεπροβάλλει μπροστά από ένα γκρίζο σύννεφο. Τα μέρη του σώματός του που δεν ήταν γυμνά ήταν καλυμμένα με τομάρια. Τα μαλλιά του ήταν αχτένιστα, η γενειάδα του μακριά και μαδημένη. Στο ένα του χέρι κρατούσε ένα τόξο κι ένα βέλος και στο άλλο έναν αναμμένο δαυλό που ανάδινε έναν μακρύ μαύρο καπνό. Περπατούσε αργά και προσεκτικά, λες και φοβόταν μην πέσει σε κάποιον ανοιχτό τάφο που ήταν κρυμμένος κάτω από το ψηλό γρασίδι. Αυτό το αλλόκοτο θέαμα με παραξένεψε χωρίς ωστόσο να με θορυβήσει, και αποφασισμένος να τον αντιμετωπίσω, τον κοίταξα σχεδόν κατά πρόσωπο και του απηύθυνα τον συνηθισμένο χαιρετισμό: «Ο Θεός μαζί σου».

Δε φάνηκε να με προσέχει ούτε και κοντοστάθηκε.

«Καλέ μου ξένε», συνέχισα, «είμαι άρρωστος κι έχω χαθεί. Σε ικετεύω, πες μου, πώς θα φτάσω στην Καρκόσα;»

Ο άντρας άρχισε να τραγουδάει ένα βάρβαρο τραγούδι σε μια άγνωστη γλώσσα, με προσπέρασε και χάθηκε από τα μάτια μου.

Μια κουκουβάγια στο κλαδί ενός σάπιου δέντρου έκρωξε ανατριχιαστικά και κάποια άλλη της απάντησε από μακριά. Κοιτώντας ψηλά, είδα μέσα από ένα αναπάντεχο άνοιγμα στα σύννεφα τον Αλντεμπαράν και τις Υάδες! Σε όλα αυτά υπήρχε μια υπόνοια νύχτας – ο λύγκας, ο άντρας με τον δαυλό, η κουκουβάγια. Παρόλα αυτά είδα – είδα μέχρι και τα αστέρια, αφού σκοτάδι δεν υπήρχε. Έβλεπα, αλλά ήταν προφανές ότι ούτε με έβλεπε ούτε με άκουγε κανείς. Ποιο τρομερό ξόρκι με είχε φυλακίσει;

Κάθισα στα ριζά ενός γιγάντιου δέντρου, για να σκεφτώ σοβαρά τι ήταν το καλύτερο που μπορούσα να κάνω. Δεν είχα πια καμιά αμφιβολία ότι είχα τρελαθεί, υπήρχε όμως ένα κομμάτι αμφιβολίας σ᾽ αυτή την καταδίκη. Δεν είχα καθόλου πυρετό. Είχα ωστόσο μια αίσθηση ευφορίας και ζωντάνιας μαζί που ήταν πρωτόγνωρες για μένα – μια αίσθηση πνευματικής και σωματικής ανάτασης. Οι αισθήσεις μου ήταν σε εγρήγορση. Ένιωθα τον αέρα γύρω μου βαρύ. Μπορούσα να ακούσω τη σιωπή.

Μια μεγάλη ρίζα του γιγάντιου δέντρου στου οποίου τον κορμό ήμουν γερμένος κρατούσε φυλακισμένη στη λαβή της μια βαριά πέτρα, μέρος της οποίας ήταν χωμένο σε μια εσοχή που σχημάτιζε μια άλλη ρίζα. Η πέτρα ήταν έτσι κάπως προφυλαγμένη από τον καιρό, αν και μεγάλο μέρος της είχε αποσυντεθεί. Το περίγραμμά της είχε αποστρογγυλωθεί από τη φθορά, οι γωνίες της είχαν φαγωθεί, η επιφάνειά της ήταν αυλακωμένη και φολιδωτή. Λαμπερά σωματίδια μαρμαρυγίας διακρίνονταν στο χώμα γύρω της – σημάδια της αποσύνθεσής της. Αυτή η πέτρα προφανώς ανήκε στον τάφο από τον οποίο το δέντρο είχε ξεπεταχτεί χρόνια πριν. Οι ίδιες οι ρίζες του δέντρου είχαν καπηλευτεί τον τάφο και είχαν φυλακίσει την πέτρα.

Ένας ξαφνικός άνεμος απομάκρυνε μερικά ξερά φύλλα και κλαδιά από το πάνω μέρος της πέτρας. Είδα τότε τα ανάγλυφα γράμματα μιας επιγραφής και έσκυψα να τη διαβάσω. Θεέ και Κύριε! Ήταν το όνομά μου ολόκληρο! Η χρονολογία γέννησής μου! Η ημερομηνία του θανάτου μου!

Μια ευθύγραμμη λωρίδα φωτός φώτισε όλη την πλευρά του δέντρου καθώς πεταγόμουν όρθιος μέσα στον πανικό. Ο ήλιος πρόβαλε από την ροδαλή ανατολή. Στάθηκα ανάμεσα στο δέντρο και τον πλατύ, κόκκινο δίσκο του – καμιά σκιά δεν σκοτείνιαζε τον κορμό!

Μια χορωδία από λύκους καλωσόρισε ουρλιάζοντας την αυγή. Τους είδα να κάθονται πάνω στα πισινά τους πόδια, άλλοι μόνοι τους και άλλοι σε ομάδες, στις κορυφές ανισόπεδων αναχωμάτων και ταφικών μνημείων που κάλυπταν τη μισή από την έρημη έκταση που απλωνόταν μπροστά μου και χάνονταν στον ορίζοντα. Και τότε κατάλαβα ότι αυτά ήταν τα ερείπια της αρχαίας και ξακουστής πόλης Καρκόσα.

Αυτά ήταν τα γεγονότα που μετέδωσε στο μέντιουμ Μπεϊρόλ το πνεύμα του Χοσεΐμπ Αλάρ Ρομπαρντίν.


Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom)

Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Diastixo τον Μάιο του 2018 (https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/pezografia/9780-carcassa)


William Henry Poe: Ο Πειρατής

Είχα πάει στην Αβάνα το καλοκαίρι του 182- για δουλειά, κι αφού τακτοποίησα το ζήτημά μου όπως ήθελα, κανόνισα να επιστρέψω μ’ ένα καράβι με...