Thursday, February 12, 2026

Rainer Maria Rilke: Η Υπηρέτρια Της Κυρίας Μπλάχα

 
Κάθε καλοκαίρι, η κυρία Μπλάχα, σύζυγος του χαμηλόβαθμου υπαλλήλου του Σιδηροδρομικού Σταθμού του Τουρνάου Βένζελ Μπλάχα, πήγαινε στη γενέτειρά της για μερικές εβδομάδες. Πρόκειται για μια πόλη στην πεδινή και ελώδη Βοημία, στην περιοχή του Νίμπουργκ, μάλλον φτωχή και ασήμαντη. Βλέποντας τα μικρά, μίζερα σπιτάκια, η κυρία Μπλάχα, η οποία θεωρούσε ότι ήδη είχε γίνει αστή κατά κάποιον τρόπο, αποφάσισε ότι αυτή ήταν η ευκαιρία της για να κάνει μια θεάρεστη πράξη. Επισκέφθηκε λοιπόν τη γυναίκα ενός χωρικού την οποία γνώριζε λίγο και προσφέρθηκε να πάρει την κόρη της για υπηρέτρια στην πόλη. Κανόνισε να της δίνει έναν μικρό αλλά ικανοποιητικό μισθό, κι επιπλέον το κορίτσι θα είχε το προνόμιο ότι θα ζούσε στην πόλη και θα μάθαινε πολλά πράγματα. (Τι ήταν αυτό που μπορεί να μάθαινε, ούτε η κυρία Μπλάχα το είχε ξεκαθαρίσει με τον εαυτό της). Η σύζυγος του χωρικού κουβέντιασε το θέμα με τον άντρα της ο οποίος όλη την ώρα δυσανασχετούσε, και η πρώτη αυθόρμητη αντίδρασή του ήταν να φτύσει στο χώμα. Μετά από μισή ώρα, επέστρεψε στο δωμάτιο και ρώτησε: “Και δε μου λες, ξέρει η αυτή η γυναίκα ότι η Άννα είναι...;” κουνώντας το ρυτιδιασμένο του χέρι πέρα δώθε μπροστά από το μέτωπό του σαν να ήταν ξερό φύλλο καστανιάς. “Όχι βέβαια, ανόητε!” απάντησε η γυναίκα του, “εννοείται πως δεν θα κάνουμε κουβέντα!”

Κάπως έτσι λοιπόν η Άννα πήγε να ζήσει με τους Μπλάχα. Τον περισσότερο καιρό, περνούσε όλη τη μέρα μόνη της. Ο Βένζελ Μπλάχα ήταν στη δουλειά του ενώ η γυναίκα του πήγαινε και έραβε σε άλλα σπίτια, και δεν είχαν παιδιά. Η Άννα καθόταν στη μικρή, σκοτεινή κουζίνα με το παράθυρο που έβλεπε στην αυλή και περίμενε να περάσει ο πλανόδιος οργανοπαίκτης. Αυτό συνέβαινε κάθε μέρα πριν το σούρουπο. Τότε πήγαινε πολύ κοντά στο μικρό παράθυρο, με το λευκό της χέρι κρεμασμένο στον αέρα και χόρευε μέχρι που ζαλιζόταν τόσο πολύ ώστε οι ψηλοί και βρώμικοι τοίχοι να της φαίνονται πως πλησίαζαν επικίνδυνα ο ένας τον άλλον. Τρομαγμένη άρχιζε να κόβει βόλτες σε όλο το κτίριο –  κατέβαινε τις σκοτεινές και βρώμικες σκάλες κι έφτανε στην ταβέρνα, που ήταν πνιγμένη στους καπνούς και όπου συχνά πυκνά κάποιος τραγουδούσε υπό την επήρεια ενός αρχόμενου μεθυσιού. Πηγαίνοντας προς τα κει, πέρναγε ανάμεσα από τα παιδιά που έπαιζαν στην αυλή μέρες ολόκληρες χωρίς κανένας να τα αναζητήσει. Περιέργως, τα παιδιά πάντα της ζητούσαν να τους λέει ιστορίες. Μερικές φορές μάλιστα την ακολουθούσαν μέχρι την  κουζίνα. Η Άννα όμως καθόταν κοντά στη φωτιά καλύπτοντας το πρόσωπό της με τα χέρια της και έλεγε: “Πρέπει να σκεφτώ”. Και τα παιδιά περίμεναν υπομονετικά για λίγο. Καθώς όμως περνούσε η ώρα και η Αννούσκα ακόμα σκεφτόταν, η σκοτεινή κουζίνα βυθιζόταν στη σιωπή και γινόταν τρομακτική, και τότε τα παιδιά έπαιρναν δρόμο κι έτσι δεν ήταν πια κανένα εκεί για να δει ότι η κοπέλα άρχιζε ένα σιγανό, πονεμένο κλάμα και η νοσταλγία για το σπίτι της την έκανε να φαίνεται μικροσκοπική και αβοήθητη. Δεν ήταν ξεκάθαρο τι ήταν αυτό που της έλειπε. Μπορεί, μέσα σ’ όλα, να νοσταλγούσε και τις κατσάδες. Αλλά συνήθως επρόκειτο για κάτι ακαθόριστο που είχε υπάρξει στο παρελθόν ή που μπορεί απλά να ήταν ένα όνειρο. Με τα παιδιά να της απαιτούν τόσο πιεστικά να σκεφτεί, άρχισε σιγά σιγά να θυμάται. Θυμήθηκε πρώτα κάτι κόκκινο, πολύ κόκκινο, και μετά την πολυκοσμία. Μια καμπάνα, μια δυνατή καμπάνα και μετά: ένας βασιλιάς, ένας χωρικός και ένας πύργος. Και μιλούσαν: “Αγαπητέ βασιλιά”, είπε ο χωρικός… “¨Ναι” απάντησε ο βασιλιάς με τη φωνή του γεμάτη περηφάνια. “ξέρω”. Μα φυσικά, πώς ήταν δυνατό να μην ξέρει ήδη ένας βασιλιάς τι είχε να του πει ένας χωρικός;

Μετά από μερικές μέρες, η κυρία πήρε μαζί της την κοπέλα στην αγορά. Ήταν απόγευμα, παραμονές Χριστουγέννων, και οι βιτρίνες ήταν φωτισμένες και γεμάτες καλούδια. Σε ένα παιχνιδάδικο, η Άννα είδε ξαφνικά αυτό που είχε θυμηθεί. Ο βασιλιάς, ο χωρικός, ο πύργος… Και η καρδιά της χτυπούσε πιο δυνατά και από τα βήματά της. Αμέσως όμως απέστρεψε το βλέμμα της και συνέχισε να περπατάει δίπλα στην κυρία Μπλάχα. Είχε την αίσθηση ότι δεν έπρεπε να προδώσει τίποτα. Κι έτσι άφησαν πίσω τους το κουκλοθέατρο, λες και δεν το είχαν δει ποτέ. Η κυρία Μπλάχα βέβαια όντως δεν το είχε προσέξει καθόλου. Έφτασε και η μέρα που η Άννα είχε το κυριακάτικο ρεπό της. Εκείνο το απόγευμα δεν γύρισε στο σπίτι. Ένας άντρας, τον οποίο είχε γνωρίσει νωρίτερα στην ταβέρνα, της έκανε παρέα. Δε θυμόταν πού ακριβώς την πήγε. Της φάνηκε πως έλειψε για έναν χρόνο ολόκληρο. Όταν τη Δευτέρα το πρωί γύρισε πίσω στην κουζίνα εξουθενωμένη, τα πάντα ήταν πιο κρύα και πιο γκρίζα από όσο συνήθως. Εκείνη τη μέρα έσπασε μια σουπιέρα και έφαγε μεγάλη κατσάδα γι’ αυτό. Η κυρία Μπλάχα δεν είχε καν προσέξει ότι η κοπέλα είχε περάσει έξω τη νύχτα. Μέχρι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, έμεινε έξω άλλα τρία βράδια. Και μετά, ξαφνικά, σταμάτησε να κόβει βόλτες στο κτίριο και βάλθηκε να κλειδώνει το διαμέρισμα αγχωμένη. Ούτε που έβγαινε πια στο παράθυρο κάθε φορά που περνούσε ο πλανόδιος οργανοπαίκτης.

Έτσι ο χειμώνας έδωσε τη θέση του σε μια χλωμή, δειλή άνοιξη. Κάτω στην αυλή, αυτή η εποχή φάνταζε εντελώς διαφορετική. Τα σπίτια ήταν μέσα στην καπνιά και την υγρασία, και ο αέρας ήταν κουρελιασμένος, σαν λινά υφάσματα που έχουν γαριάσει από το πολύ πλύσιμο. Τα κακοκαθαρισμένα παράθυρα έτριζαν και αχνόφεγγαν, και μικροσκοπικά σκουπιδάκια χόρευαν στον αέρα στους ορόφους του κτιρίου. Οι ήχοι σε όλο το κτίριο ακούγονταν πιο καθαρά, τα κουζινικά κλάγγαζαν διαφορετικά, πιο έντονα, πιο διαπεραστικά, και τα μαχαίρια και τα κουτάλια κροτούσαν αλλόκοτα.

Τότε περίπου, η Αννούσκα γέννησε ένα μωρό. Ήταν κάτι που την αιφνιδίασε εντελώς. Ένιωθε βέβαια πρησμένη και βαριά για εβδομάδες ολόκληρες, ωστόσο ένα πρωί ξεπετάχτηκε ξαφνικά από μέσα της και έγινε μέρος του κόσμου. Ένας Θεός ξέρει από πού προέκυψε. Αυτό συνέβη μια Κυριακή ενώ όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι του κτιρίου κοιμόνταν ακόμα. Το κοίταξε για λίγη ώρα χωρίς την παραμικρή έκφραση στο πρόσωπό της. Το παιδί ίσα που κουνιόταν, αλλά ξαφνικά μια τσιριχτή φωνή άρχισε να βγαίνει από το μικρό του στέρνο, ενώ ταυτόχρονα η κυρία Μπλάχα έβαλε μια φωνή και ένα κρεβάτι έτριξε στο καθιστικό. Εκείνη τη στιγμή, η Αννούσκα άρπαξε την μπλε ποδιά της που κρεμόταν πλάι στο κρεβάτι, έδεσε τη ζώνη της γύρω από το μικροσκοπικό λαιμουδάκι κι έχωσε αυτό το μπλε μπογαλάκι στον πάτο της βαλίτσας της. Μετά πήγε στο καθιστικό, άνοιξε τις κουρτίνες και άρχισε να φτιάχνει καφέ. Μετά από λίγες μέρες, η Αννούσκα βάλθηκε να μετρήσει πόσα λεφτά είχε μαζέψει ως εκείνη τη μέρα. Ήταν δεκαπέντε φιορίνια. Μετά κλείδωσε την πόρτα, άνοιξε τη βαλίτσα και απόθεσε τη μπλε ποδιά, που ήταν βαριά και ακίνητη, πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Την ξεδίπλωσε αργά, κοίταξε το παιδί και μέτρησε το μήκος του από το κεφάλι μέχρι τα πέλματα με μια μεζούρα. Στη συνέχεια έκανε τις συνηθισμένες δουλειές της και βγήκε έξω. Δυστυχώς όμως ο βασιλιάς, ο χωρικός και ο πύργος είχαν πολύ μικρότερο μέγεθος. Παρ’ όλα αυτά, τους αγόρασε και πήρε και μερικές μαριονέτες ακόμα. Για την ακρίβεια: μια πριγκίπισσα με κόκκινες βούλες στα μάγουλά της, έναν γέρο και έναν άλλο γέρο που είχε έναν σταυρό στο στήθος του και η γενειάδα του τον έκανε να μοιάζει με τον Άγιο Νικόλαο, καθώς και δυο-τρεις ακόμα που δεν είχαν τίποτα ωραίο ή ενδιαφέρον. Πήρε κι ένα κουκλοθέατρο, την αυλαία του οποίου μπορούσες να ανεβάζεις και να κατεβάζεις ώστε ο κήπος πίσω της πότε να εμφανίζεται και πότε να εξαφανίζεται.

Τώρα πλέον η Αννούσκα είχε κάτι για να διασκεδάσει τη μοναξιά της. Πάει, πέρασε και η νοσταλγία για το σπίτι της. Έστησε το μεγάλο, πανέμορφο κουκλοθέατρο (δώδεκα φιορίνια της είχε κοστίσει) και πήγαινε και στεκόταν, όπως έπρεπε, στην πίσω πλευρά. Καμιά φορά ωστόσο, όταν η αυλαία ήταν σηκωμένη, έτρεχε γρήγορα στο μπροστινό μέρος και κοιτούσε τον κήπο, και η γκρίζα κουζίνα εξαφανιζόταν πίσω από τα ψηλά, επιβλητικά δέντρα. Μετά πήγαινε πάλι στην πίσω πλευρά, έπαιρνε δύο – τρεις μαριονέτες και τις άφηνε να λένε τα δικά τους. Οι διάλογοι αυτοί ποτέ δεν αναπτύσσονταν σε ένα πλήρες έργο, υπήρχαν ωστόσο συνομιλίες και καμιά φορά τύχαινε δυο μαριονέτες να κουρνιάσουν ξαφνικά η μια απέναντι στην άλλη, λες και κάτι τις είχε φοβίσει. Ή έσκυβαν και οι δύο για λογαριασμό του γέρου ο οποίος δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο γιατί ήταν φτιαγμένος ολοκληρωτικά από ξύλο. Κι εκείνος κάθε φορά έπεφτε κάτω προσπαθώντας να δείξει την ευγνωμοσύνη του.

Τα παιδιά της γειτονιάς είχαν μάθει στο μεταξύ για το θέατρο της Αννούσκα και σιγά σιγά, στην αρχή με καχυποψία αλλά στη συνέχεια δείχνοντας όλο και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, μαζεύονταν στην κουζίνα των Μπλάχα και παρακολουθούσαν καθώς έπεφτε το σούρουπο στις γωνίες, με τα μάτια τους κολλημένα στις όμορφες μαριονέτες που πάντα μιλούσαν με τον ίδιο τρόπο. Μια φορά η Αννούσκα εμφανίστηκε με τα μάγουλά της κατακόκκινα και είπε: “Έχω και μια πολύ μεγάλη μαριονέτα”. Τα παιδιά έτρεμαν από αδημονία. Αλλά η Αννούσκα φάνηκε να ξεχνιέται πάλι. Τοποθέτησε όλες τις μαριονέτες στον κήπο και όσες δεν μπορούσαν να μείνουν όρθιες, τις έβαλε να στέκουν ακουμπισμένες στην κορνίζα του σκηνικού. Ανάμεσά τους, εμφανίστηκε κι ένας αρλεκίνος που τα παιδιά έβλεπαν για πρώτη φορά, με μεγάλο, στρογγυλό πρόσωπο. Με την ανυπομονησία τους ολοένα και να μεγαλώνει, τα παιδιά ζήτησαν να δουν και την “πολύ μεγάλη” μαριονέτα. Μια φορά μόνο, την “πολύ μεγάλη”. Μόνο για μια στιγμή: την “¨πολύ μεγάλη”.

Η Αννούσκα πήγε στο πίσω μέρος του δωματίου και άνοιξε τη βαλίτσα της. Είχε ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει. Τα παιδιά και οι μαριονέτες στέκονταν σε παράταξη αντικριστά, ακούνητοι όλοι και τόσο όμοιοι μεταξύ τους. Αλλά τα ορθάνοιχτα μάτια του αρλεκίνου, που έμοιαζαν σαν να περίμεναν να δουν κάτι φρικιαστικό, τόσο πολύ φόβισαν τα παιδιά που όλα ανεξαιρέτως το έβαλαν ξαφνικά στα πόδια ουρλιάζοντας.

Η Αννούσκα επέστρεψε κρατώντας την πολύ μεγάλη μπλε μαριονέτα. Τα χέρια της έτρεμαν. Αφού έφυγαν τα παιδιά, η κουζίνα είχε βυθιστεί στη σιωπή και την ερημιά. Η Αννούσκα δε φοβήθηκε. Γέλασε σιγανά κι έδωσε μια κλωτσιά στο κουκλοθέατρο, ρίχνοντάς το κάτω. Τσαλαπάτησε τα λεπτά ξύλα που παρίσταναν τον κήπο, σπάζοντάς τα στη μέση. Και μετά, όταν πια η κουζίνα ήταν ολοσκότεινη, ξέσκισε στα δύο τα κεφάλια όλων των μαριονετών, μαζί κι εκείνο της μπλε, της πολύ μεγάλης.
 

Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom) 

Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal τον Μάιο του 2022 (https://www.fractalart.gr/i-ypiretria-tis-kyrias-mplacha/)

Monday, February 9, 2026

Ambrose Bierce: Το Σπίτι Των Στοιχειών

 
 
Εκεί στον δρόμο που οδηγούσε από το Μάντσεστερ του ανατολικού Κεντάκι προς το Μπούνβιλ, είκοσι μίλια μακριά, υπήρχε το 1862 μια φυτεία με μια ξύλινη αγροικία που ήταν σε κάπως καλύτερη κατάσταση από τις περισσότερες κατοικίες της περιοχής. Το σπίτι αυτό καταστράφηκε από φωτιά την επόμενη χρονιά – την προκάλεσαν πιθανότατα στρατιώτες του Στρατηγού Τζορτζ Γ. Μόργκαν που είχαν ξεστρατίσει από την φάλαγγά τους μετά την οπισθοχώρησή της, αφού ο Στρατηγός Κέρμπι Σμιθ την έτρεψε σε φυγή από το Κάμπερλαντ Γκαπ με προορισμό τον ποταμό του Οχάιο. Όταν καταστράφηκε, ήταν ήδη εγκαταλελειμμένο για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Τα βάτα είχαν θεριέψει στα χωράφια γύρω του, οι φράχτες είχαν διαλυθεί, ακόμα και τα διαμερίσματα των νέγρων, και γενικά τα βοηθητικά κτίσματα, ήταν υπό κατάρρευση, παραδομένα στην εγκατάλειψη και τις λεηλασίες. Γιατί τόσο οι νέγροι όσοι και οι φτωχοί λευκοί των γύρω περιοχών είχαν ανακαλύψει στο κτίριο αλλά και στον περίβολό του μεγάλες ποσότητες καυσίμων, τα οποία και υπεξαιρούσαν χωρίς δισταγμό, απροκάλυπτα, μέρα – μεσημέρι. Πάντα στο φως της ημέρας, δηλαδή, γιατί όταν έπεφτε η νύχτα, δεν πλησίαζε ψυχή το μέρος αυτό, εκτός από περαστικούς ξένους. Ήταν γνωστό ως «το σπίτι των στοιχειών». Το ότι κατοικούσαν εκεί κακά πνεύματα σε πλήρη δραστηριότητα, που μπορούσες να τα δεις και να τα ακούσεις κανονικά, δεν το αμφισβητούσε κανείς στην περιοχή περισσότερο απ’ όσο αμφισβητούσε τα κυριακάτικα κηρύγματα του περαστικού εφημέριου. Όσο για την άποψη του ιδιοκτήτη, ήταν άγνωστη. Ο ίδιος και η οικογένειά του είχαν εξαφανιστεί μια νύχτα χωρίς ν’ αφήσουν πίσω τους το παραμικρό ίχνος. Είχαν παρατήσει τα πάντα – τα υπάρχοντά τους, τα ρούχα και τις προμήθειές τους, τα άλογα στους στάβλους, τις αγελάδες στο χωράφι, τους νέγρους στα διαμερίσματά τους – όλα και όλοι ήταν στη θέση τους, τίποτα δεν έλειπε – εκτός από έναν άντρα, μια γυναίκα, τρία κορίτσια, ένα αγόρι και ένα βρέφος. Ήταν αναμενόμενο να θεωρηθεί κάπως ύποπτη μια φυτεία από όπου είχαν εξαφανιστεί ταυτόχρονα εφτά άτομα χωρίς να έχει κανείς ιδέα για το τι συνέβη.

Μια νύχτα του Ιουνίου του 1859, δύο πολίτες από το Φράνκφορτ, ο Συνταγματάρχης Τζ. Σ. ΜακΑρντλ, δικηγόρος, και ο Δικαστής Μάιρον Βι, της Πολιτοφυλακής, πήγαιναν από το Μπούνβιλ στο Μάντσεστερ. Η δουλειά τους ήταν τόσο σημαντική που αποφάσισαν να μην σταθούν, παρ’ όλο που είχε πέσει το σκοτάδι και ήδη ακουγόταν η βοή μιας καταιγίδας η οποία τελικά ξέσπασε με το που έφτασαν απέναντι από το «το σπίτι των στοιχειών». Οι αστραπές έπεφταν με τέτοια συχνότητα, που χάρις στο φως τους οι δύο ταξιδιώτες μπόρεσαν να περάσουν μέσα από την πύλη και να φτάσουν σ’ ένα υπόστεγο όπου ξεπέζεψαν και έλυσαν τα άλογά τους. Στη συνέχεια προχώρησαν προς το σπίτι μέσα στη βροχή, και χτύπησαν όλες τις πόρτες χωρίς να πάρουν απάντηση. Πιστεύοντας ότι αυτό οφειλόταν στον ασταμάτητο βόμβο από τις βροντές, έσπρωξαν μια πόρτα, η οποία και άνοιξε. Μπήκαν μέσα χωρίς χρονοτριβή κι έκλεισαν την πόρτα. Την ίδια στιγμή βρέθηκαν μέσα στο σκοτάδι και τη σιωπή. Ούτε η παραμικρή υποψία από την αδιάκοπη λάμψη των αστραπών δεν διαπερνούσε τα παράθυρα ή τις χαραμάδες. Ούτε ο παραμικρός ψίθυρος από την θεομηνία που μαινόταν απ’ έξω δεν τους έφτανε εκεί. Ήταν λες και είχαν αίφνης τυφλωθεί και κουφαθεί, και ο ΜακΑρντλ είπε αργότερα ότι για μια στιγμή πίστεψε ότι τον είχε σκοτώσει μια αστραπή καθώς περνούσε το κατώφλι. Για τη συνέχεια του επεισοδίου, μπορούμε κάλλιστα να συμβουλευτούμε τη δική του μαρτυρία, όπως καταγράφηκε στον Συνήγορο του Φράνκφορτ στις 6 Αυγούστου του 1876:

«Όταν είχα κάπως συνέρθει από τη ναυτία που μου προκάλεσε η μετάβαση από τον ορυμαγδό στη νεκρική σιγή, η πρώτη μου παρόρμηση ήταν να ξανανοίξω την πόρτα που είχα κλείσει, ενώ εξακολουθούσα να έχω την αίσθηση ότι το χέρι μου ήταν στο πόμολό της. Ένιωθα να το κρατάω ακόμα ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Η σκέψη μου ήταν πως αν έβγαινα και πάλι έξω στην καταιγίδα, θα διαπίστωνα αν όντως είχα χάσει την όραση και την ακοή μου. Γύρισα το πόμολο και άνοιξα την πόρτα. Είδα μπροστά μου ένα άλλο δωμάτιο!

Στον χώρο αυτόν ήταν διάχυτο ένα ασθενικό, πρασινωπό φως, την πηγή του οποίου δεν μπορούσα να εντοπίσω και που έκανε τα πάντα τριγύρω να διακρίνονται σε γενικές γραμμές, αν και τίποτα δεν φαινόταν να έχει συγκεκριμένο περίγραμμα. Είπα βέβαια τα πάντα, αλλά στην πραγματικότητα τα μοναδικά στερεά σώματα ανάμεσα στους άδειους, πέτρινους τοίχους αυτού του δωματίου ήταν πτώματα ανθρώπων. Θα πρέπει να ήταν οχτώ ή δέκα – όπως καταλαβαίνετε, δεν ήμουν σε θέση να κάτσω να τα μετρήσω. Ήταν όλων των ηλικιών, μωρά, παιδιά και ενήλικες, εκπρόσωποι και των δύο φύλων. Όλα ήταν πεσμένα μπρούμυτα στο πάτωμα εκτός από ένα πτώμα που φαινόταν να είναι μιας νεαρής κοπέλας η οποία ήταν καθισμένη κάτω με την πλάτη της ν’ ακουμπάει σε μια γωνία του τοίχου. Ένα βρέφος ήταν στην αγκαλιά μιας άλλης, μεγαλύτερης γυναίκας. Ένα αγόρι ήταν πεσμένο μπρούμυτα πάνω στα γόνατα ενός άντρα με πλούσια γενειάδα. Ένα ή δύο πτώματα ήταν μισόγυμνα, και το χέρι ενός κοριτσιού κρατούσε ένα κομμάτι από το φόρεμά της που το είχε σκίσει από το μπούστο της. Τα πτώματα ήταν σε διάφορα στάδια αποσύνθεσης, με ζαρωμένα πρόσωπα και σώματα. Κάποια κόντευαν να αποσκελετωθούν.

Καθώς στεκόμουν πετρωμένος από τον τρόμο αντικρίζοντας αυτό το φρικιαστικό θέαμα κι ενώ ακόμα κρατούσα την πόρτα ανοιχτή, μια ανεξήγητη νοσηρή περιέργεια πήρε την προσοχή μου από την σοκαριστική εικόνα και την έστρεψε σε άσχετες λεπτομέρειες. Ίσως το μυαλό μου, προσπαθώντας από ένστικτο να μη σαλέψει, αναζήτησε παρηγοριά σε πράγματα που θα το χαλάρωναν από αυτή την επικίνδυνη ένταση. Ανάμεσα σε άλλα πράγματα, παρατήρησα ότι η πόρτα που κρατούσα ανοιχτή αποτελούνταν από βαριές, βιδωμένες μεταλλικές πλάκες. Σε ίση απόσταση μεταξύ τους και από πάνω μέχρι κάτω, τρία χοντρά μπουλόνια έβγαιναν από το γυριστό πλαίσιο. Γύρισα το πόμολο και ευθυγραμμίστηκαν με το πλαίσιο, το άφησα και πετάχτηκαν έξω. Ήταν μια κλειδαριά με ενισχυμένο οπλισμό. Στην μέσα πλευρά δεν είχε πόμολο, ούτε τίποτ’ άλλο που να εξέχει – έβλεπες απλώς μια λεία σιδερένια επιφάνεια.

Καθώς παρατηρούσα αυτά τα πράγματα με ενδιαφέρον και μια προσοχή που τώρα με ξαφνιάζει όταν την αναλογίζομαι, ένιωσα ένα σπρώξιμο, και ο Δικαστής Βι, τον οποίο είχα εντελώς ξεχάσει μέσα στην ένταση και τις συναισθηματικές μου διακυμάνσεις, με προσπέρασε και μπήκε στο δωμάτιο. Για το Θεό, φώναξα, μην μπαίνεις μέσα! Πάμε να φύγουμε απ’ αυτό το καταραμένο μέρος!

Δεν έδωσε καμία σημασία στις παρακλήσεις μου αλλά (σαν σωστός ατρόμητος άντρας του Νότου που ήταν) προχώρησε βιαστικά στο κέντρο του δωματίου, γονάτισε δίπλα σε ένα από τα πτώματα για να το δει καλύτερα και πήρε με προσοχή στα χέρια του το μαυρισμένο και ζαρωμένο κεφάλι. Μια δυνατή, δυσάρεστη οσμή έφτασε μέχρι την είσοδο και με παρέλυσε εντελώς. Έχασα τις αισθήσεις μου, ένιωσα να πέφτω και καθώς προσπαθούσα να πιαστώ από την άκρη της πόρτας για να στηριχτώ, άθελά μου την έσπρωξα και την έκλεισα με έναν εκκωφαντικό κρότο.

Δε θυμάμαι τίποτ’ άλλο. Έξι εβδομάδες αργότερα, βρέθηκα να πασχίζω να ξαναβρώ τα λογικά μου σε ένα ξενοδοχείο στο Μάντσεστερ, όπου με μετέφεραν άγνωστοι την επόμενη μέρα. Όλες αυτές τις εβδομάδες υπέφερα από νευρικό πυρετό και είχα συνέχεια παραληρήματα. Με είχαν βρει πεσμένο στον δρόμο αρκετά μίλια μακριά από το σπίτι, αλλά δεν είχα ιδέα πώς κατάφερα να φύγω για να φτάσω μέχρι εκεί. Όταν συνήλθα, ή όταν οι γιατροί μού επέτρεψαν να μιλήσω, και ρώτησα να μάθω για τον Δικαστή Βι, με πληροφόρησαν (για να με καθησυχάσουν, όπως διαπίστωσα μετά) ότι ήταν καλά και βρισκόταν ήδη στο σπίτι του.

Κανείς δεν πίστεψε ούτε λέξη από την ιστορία μου, και δεν μου κάνει εντύπωση. Κι αναρωτιέμαι αν μπορεί άραγε κανείς να διανοηθεί τη θλίψη που ένιωσα όταν, φτάνοντας στο σπίτι μου στο Φράνκφορτ δύο μήνες αργότερα, έμαθα ότι τα ίχνη του Δικαστή Βι είχαν χαθεί από κείνη τη νύχτα. Τότε μετάνιωσα πικρά για την ψωροπερηφάνεια που με είχε αποτρέψει από τις πρώτες κιόλας μέρες της ανάρρωσής μου να επαναλάβω την αμφισβητούμενη ιστορία μου και να επιμείνω μέχρι να με πιστέψουν.

Όλα όσα συνέβησαν στη συνέχεια – ότι έγινε έρευνα στο σπίτι και δεν βρέθηκε ποτέ κανένα δωμάτιο που να συμφωνεί με την περιγραφή που είχα δώσει, κι ότι κάποιοι επιχείρησαν να με βγάλουν τρελό αλλά εγώ κατάφερα να κατατροπώσω αυτούς τους επικριτές μου – οι αναγνώστες του Συνηγόρου τα ξέρουν ήδη. Μετά από όλα αυτά τα χρόνια, είμαι ακόμα πεπεισμένος ότι αν ποτέ γίνουν ανασκαφές, τις οποίες δεν έχω ούτε τη νόμιμη εξουσία αλλά ούτε και τα χρήματα να πραγματοποιήσω, θα αποκαλύψουν το μυστικό της εξαφάνισης του άτυχου φίλου μου, και ίσως και των παλιών ενοίκων και ιδιοκτητών του εγκαταλελειμμένου και καταστραμμένου πλέον σπιτιού. Δεν έχω χάσει τις ελπίδες μου για την πιθανότητα μιας τέτοιας έρευνας, και μου προκαλεί μεγάλη θλίψη το γεγονός ότι έχει καθυστερήσει εξαιτίας της εχθρότητας και της βλακώδους δυσπιστίας της οικογένειας και των φίλων του μακαρίτη Δικαστή Βι.»

Ο Συνταγματάρχης ΜακΑρντλ πέθανε στο Φράνκφορτ την δέκατη τρίτη μέρα του Δεκεμβρίου, το έτος 1879.


Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom)

Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Diastixo τον Δεκέμβριο του 2019 (https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/pezografia/13278-spiti-stihion)

Sunday, February 8, 2026

Edgar Allan Poe: Ελεονόρα

Sub conservatione formae specificae salva anima
[Υπό την προστασία μιας συγκεκριμένης μορφής, η ψυχή μπορεί να σωθεί]
Ραϊμούνδος Λούλιος

Προέρχομαι από μια γενιά που την χαρακτηρίζουν η αχαλίνωτη φαντασία και το άσβεστο πάθος. Ο κόσμος με λέει τρελό, ωστόσο το ερώτημα δεν έχει ακόμα διασαφηνιστεί, αν η τρέλα είναι τελικά ή όχι η πιο ευγενής έκφανση της ευφυΐας – αν κάποιες από τις σκέψεις τις ξεχωριστές, αν όλες οι βαθυστόχαστες ιδέες δεν πηγάζουν από την ασθένεια του πνεύματος – από τις διαθέσεις του μυαλού που κυριαρχούν εις βάρος της γενικότερης νοημοσύνης. Εκείνοι που βλέπουν όνειρα την ημέρα είναι γνώστες πολλών πραγμάτων τα οποία περνούν απαρατήρητα από όσους ονειρεύονται μόνο τη νύχτα. Μέσα στα γκρίζα οράματά τους κατακτούν στιγμές της αιωνιότητας και καθώς ξυπνούν ανακαλύπτουν με δέος ότι είχαν βρεθεί μια ανάσα από την αποκάλυψη κάποιου μεγάλου μυστικού. Μέσα σε λίγες στιγμές μαθαίνουν κάτι από τη σοφία του καλού και κάτι περισσότερο από την απλή γνώση του κακού. Εισχωρούν, ωστόσο, χωρίς πηδάλιο και χωρίς πυξίδα, στον απέραντο ωκεανό του “αρρήτου φωτός” και πάλι, όπως στις περιπέτειες του Νουβιανού γεωγράφου, “agressi sunt mare tenebrarum, quid in eo esset exploraturi.” [“εισβάλλουν στη Θάλασσα του Σκότους για να ανακαλύψουν τι κρύβει”]

Ας πούμε λοιπόν ότι είμαι τρελός. Ή τουλάχιστον ας δεχτώ ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές καταστάσεις πνευματικής υπόστασης: η κατάσταση της διαυγούς λογικής η οποία είναι αδιαμφισβήτητη και σχετίζεται με την ανάμνηση των γεγονότων που αποτελούν την πρώτη εποχή της ζωής μου, και μια κατάσταση σκιάς και αμφιβολίας που αφορά το παρόν και την αναπόληση όλων όσων αποτελούν τη δεύτερη μεγάλη περίοδο της ύπαρξής μου. Επομένως ό,τι αφηγηθώ σχετικά με τα πρώτα χρόνια, να το πιστέψετε. Και ό,τι πιθανώς αναφέρεται σε μια μεταγενέστερη εποχή, δώστε του όση πίστη κρίνετε εσείς ή και αμφισβητείστε το εντελώς ή, αν δεν μπορείτε να το αμφισβητήσετε, να  αντιμετωπίσετε το αίνιγμά του όπως είχε κάνει κάποτε ο Οιδίποδας.

Εκείνη που αγάπησα στα νιάτα μου, και την ανάμνηση της οποίας τώρα καταγράφω με ηρεμία και σαφήνεια, ήταν η μοναχοκόρη της μονάκριβης αδελφής της μακαρίτισσας της μητέρας μου. Ελεονόρα ήταν το όνομα της ξαδέλφης μου. Ζούσαμε μαζί όλη μας τη ζωή, κάτω από τον τροπικό ήλιο, στην Κοιλάδα του Πολύχρωμου Γρασιδιού. Ήταν αδύνατο να φτάσει κανείς τυχαία σ’ αυτή την κοιλάδα – γιατί ήταν κρυμμένη πίσω από μια σειρά γιγάντιους λόφους που υψώνονταν γύρω της και δεν άφηναν τον ήλιο να φωτίσει τις πιο κρυφές γωνιές της. Τα μονοπάτια γύρω της ήταν απάτητα, και για να φτάσει κανείς στο ευτυχισμένο σπιτικό μας έπρεπε να παραμερίσει με όλη του τη δύναμη τα φυλλώματα εκατοντάδων δέντρων και να τσαλαπατήσει την ομορφιά εκατομμυρίων μυρωδάτων λουλουδιών. Έτσι λοιπόν ζούσαμε ολομόναχοι, κι όλος ο κόσμος μας ήταν αυτή η κοιλάδα – εγώ, η ξαδέλφη μου και η μητέρα της.

Από τις σκοτεινές εκτάσεις πέρα από τα βουνά, στo υψηλότερo σημείο της προφυλαγμένης ιδιοκτησίας μας, ξεκινούσε ένα στενό και βαθύ ποτάμι που η λάμψη του ξεπερνούσε τα πάντα εκτός από τα μάτια της Ελεονόρας - στην φιδωτή διαδρομή του, σχημάτιζε στα κλεφτά μικρούς λαβυρίνθους και ένα μεγάλο μέρος του διέσχιζε ένα σκοτεινό φαράγγι ανάμεσα σε λόφους πιο ζοφερούς ακόμα κι από αυτούς από τους οποίους ξεκινούσε. Το λέγαμε ‘το Ποτάμι της Σιωπής’ γιατί καθώς κυλούσε ήταν σα να επέβαλε γύρω του την απόλυτη σιωπή. Δεν ακουγόταν το παραμικρό μουρμουρητό από τον πυθμένα του και κυλούσε τόσο ήρεμα που τα μαργαριταρένια βότσαλα που μας άρεσε να χαζεύουμε κάτω χαμηλά στα βάθη του δεν έκαναν την παραμικρή κίνηση, μόνο έστεκαν ακίνητα, το καθένα στη θέση του, να λάμπουν εκπληκτικά στην αιωνιότητα.

Η κοίτη του ποταμού και των άπειρων λαμπυριστών ρυακιών που γλιστρούσαν αναπάντεχα μέσα στο κανάλι του, καθώς και τα κομμάτια εκείνα που ξεκινούσαν από την κοίτη και κατέληγαν κάτω χαμηλά στα βάθη του ρέματος φτάνοντας μέχρι τον πυθμένα με τα βότσαλα – αυτά τα σημεία, καθόλου λιγότερο από όλη την επιφάνεια της κοιλάδας, από το ποτάμι μέχρι και τα βουνά που την περιστοίχιζαν, ήταν σκεπασμένα όλα με απαλό, πράσινο γρασίδι, πυκνό, χαμηλό, τέλεια ευθυγραμμισμένο, που μύριζε βανίλια, πασπαλισμένο απ’ άκρη σ’ άκρη με κίτρινες νεραγκούλες, λευκές μαργαρίτες, μαβιές βιολέτες, κατακόκκινους ασφόδελους. Όλη αυτή η ασύλληπτη ομορφιά μιλούσε στις καρδιές μας με όλη της τη δύναμη για την αγάπη και τη δόξα του Θεού.

Εδώ κι εκεί, σε συστάδες μέσα στο γρασίδι, σαν ερημιές μέσα σε όνειρα, ξεπετάγονταν υπέροχα δέντρα των οποίων οι ψηλοί, λεπτοί κορμοί δεν έστεκαν ευθυτενείς, αλλά έγερναν με χάρη προς το φως που τρύπωνε τα μεσημέρια στη μέση της κοιλάδας. Η επιφάνειά τους ήταν χρωματισμένη με μια ζωηρή, μεγαλειώδη αλληλουχία από εβένινο μαύρο και ασημί, και ήταν ό,τι πιο απαλό υπήρχε στον κόσμο εκτός από τα μάγουλα της Ελεονόρας. Γι’ αυτό και, αν δεν υπήρχε το φωτεινό πράσινο των τεράστιων φύλλων που απλώνονταν από τις κορυφές τους σε μακριές, τρεμουλιαστές γραμμές παίζοντας με το αεράκι, μπορεί και να τα περνούσε κανείς για γιγάντια ερπετά της Συρίας που απέτειναν φόρο τιμής στον άρχοντά τους τον Ήλιο.

Για δεκαπέντε χρόνια τριγυρνούσα σ’ αυτή την κοιλάδα χέρι – χέρι με την Ελεονόρα προτού ο Έρωτας τρυπώσει στις καρδιές μας. Ήταν ένα απόγευμα, καθώς εκείνη κόντευε να κλείσει την τρίτη πενταετία της ζωής της κι εγώ την τέταρτη, που μείναμε αγκαλιασμένοι κάτω από τα δέντρα που έμοιαζαν με ερπετά, και κοιτούσαμε μέσα στο νερό του Ποταμιού της Σιωπής τις δικές μας αντανακλάσεις. Δεν είπαμε λέξη για όλο το υπόλοιπο εκείνης της υπέροχης μέρας, ενώ και οι κουβέντες μας το επόμενο πρωί ήταν βιαστικές και μετρημένες. Είχαμε ξυπνήσει τον Θεό Έρωτα μέσα από εκείνο το κύμα, και τώρα νιώθαμε ότι είχε ανάψει μέσα μας τις φλογερές ψυχές των προπατόρων μας. Τα πάθη που για αιώνες έκαναν τη γενιά μας τόσο ξεχωριστή ήρθαν ορμητικά φέρνοντας μαζί τους και κάθε λογής επιθυμίες, απλώνοντας μια παραληρηματική ευτυχία πάνω από την Κοιλάδα του Πολύχρωμου Γρασιδιού. Κάτι άλλαξε τα πάντα γύρω μας. Παράξενα, πανέμορφα λουλούδια σε σχήματα αστεριών φύτρωναν φλογισμένα πάνω στα δέντρα όπου δεν υπήρχαν ποτέ έως τότε λουλούδια. Οι αποχρώσεις της πράσινης χλόης έγιναν πιο σκούρες κι όταν, μία – μία, οι λευκές μαργαρίτες άρχισαν να μαραίνονται, εμφανίστηκαν αναπάντεχα στη θέση τους  κατακόκκινοι ασφόδελοι. Η ζωή ξύπνησε στο δρόμο μας – γιατί το ψηλόλιγνο φλαμίνγκο, που έως τότε δεν το είχαμε δει ποτέ, μαζί με όλα τα χαρούμενα, φανταχτερά πουλιά, μας έδειξε το πορφυρό φτέρωμά του. Χρυσά και ασημιά ψαράκια στοίχειωναν το ποτάμι, μέσα από την αγκαλιά του οποίου ακουγόταν όλο και περισσότερο ένα μουρμουρητό το οποίο στη συνέχεια εξελισσόταν σε μια νανουριστική μελωδία πιο θεϊκή και από την άρπα του Αιόλου – πιο γλυκιά από ο,τιδήποτε άλλο εκτός από τη φωνή της Ελεονόρας. Και τώρα ένα τεράστιο σύννεφο, το οποίο βλέπαμε εδώ και πολύ καιρό πάνω από τα λημέρια της Εσπερίας, κατευθύνθηκε προς το μέρος μας, πανέμορφο μέσα στα πορφυρά και χρυσαφένια χρώματά του, και αφού συνθηκολόγησε μαζί μας, πήρε να βυθίζεται μέρα με τη μέρα όλο και πιο χαμηλά ώσπου το περίγραμμά του αγκάλιασε τις κορυφές των βουνών, μεταμορφώνοντας τη σκοτεινιά τους σε μεγαλείο και κλειδώνοντάς μας, για πάντα θαρρείς, μέσα σε ένα μαγικό σπίτι – φυλακή, που έσφυζε από δόξα και μεγαλοπρέπεια.

Η ομορφιά της Ελεονόρας ήταν αγγελική – αλλά ήταν ένα κορίτσι ακατέργαστο και αθώο, όπως άλλωστε και η σύντομη ζωή που έζησε ανάμεσα στα λουλούδια. Κανένας δόλος δεν απέκρυψε τη θέρμη του έρωτα που ζωντάνεψε την καρδιά της, και εξερεύνησε μαζί μου τις πιο κρυφές πτυχές του καθώς περιδιαβάζαμε στην Κοιλάδα του Πολύχρωμου Γρασιδιού, και κουβεντιάζαμε για τις τρομερές αλλαγές που είχαν συμβεί εκεί.

Μετά από λίγο καιρό, κι ενώ είχαμε συζητήσει μια μέρα με δάκρυα στα μάτια για την τελευταία δραματική αλλαγή που είναι η μοίρα όλης της Ανθρωπότητας, από εκεί και πέρα μόνο αυτό το θλιβερό θέμα την απασχολούσε, και το έφερνε πάντα με κάποιο τρόπο μέσα στις συζητήσεις μας, έτσι όπως, στα τραγούδια του βάρδου του Σιράζ οι ίδιες εικόνες επανέρχονται ξανά και ξανά, σε όλες τις εντυπωσιακές παραλλαγές κάθε φράσης.

Είχε δει ότι το δάχτυλο του Θανάτου ήταν πάνω από το στέρνο της – ότι, σαν την πεταλούδα, είχε πλαστεί με τελειότητα μόνο και μόνο για να πεθάνει. Αλλά ο φόβος της για τον τάφο είχε να κάνει μόνο με μια σκέψη που μου αποκάλυψε ένα απόγευμα ενώ έπεφτε ο ήλιος, στις όχθες του Ποταμιού της Σιωπής. Την έθλιβε να σκέφτεται ότι, αφού θα την είχα θάψει στην Κοιλάδα του Πολύχρωμου Γρασιδιού, θα εγκατέλειπα για πάντα τις χαρούμενες γωνιές της και θα μετέφερα την αγάπη που τώρα με τόσο πάθος της ανήκε, σε μια κοπέλα από τον έξω κόσμο, τον καθημερινό. Τότε λοιπόν έπεσα βιαστικά στα πόδια της Ελεονόρας και ορκίστηκα σ’ εκείνη και στον Ουρανό ότι δεν θα ενωνόμουν ποτέ με τα δεσμά του γάμου με καμία κόρη της Γης – ότι με κανέναν τρόπο δεν θα απαρνιόμουν την λατρευτή της μνήμη ή τη μνήμη της απόλυτης αφοσίωσης με την οποία με είχε ευλογήσει. Και επικαλέστηκα τον Μεγαλοδύναμο σαν μάρτυρα για την ευλάβεια και τη σοβαρότητα του όρκου μου. Και άφησα ευχή και κατάρα σ’ Εκείνον και σ’ εκείνη, που θα ήταν μια αγία στον Παράδεισο, έτσι και πρόδιδα αυτή μου την υπόσχεση, να μου επιβάλουν μια τιμωρία τόσο τρομακτική που δεν επιτρέπω καν στον εαυτό μου να την αναφέρω τώρα. Και τα φωτεινά μάτια της Ελεονόρας έγιναν ακόμα πιο φωτεινά ακούγοντας τα λόγια μου, αναστέναξε λες και της είχε φύγει ένα τεράστιο βάρος από το στήθος, κι άρχισε να τρέμει και να κλαίει πολύ πικρά. Ωστόσο αποδέχτηκε τον όρκο μου (δεν ήταν παρά ένα παιδί!) κι έτσι δεν ταλαιπωρήθηκε στις τελευταίες της στιγμές. Και μου είπε, λίγες μέρες αργότερα, ενώ πέθαινε γαλήνια, ότι γι’ αυτό που είχα κάνει για να ηρεμήσω την ψυχή της, θα με φύλαγε με το πνεύμα της όταν θα αποχωρούσε από τη ζωή, και αν της το επέτρεπαν, θα επέστρεφε τις νύχτες στην ανθρώπινη μορφή της. Αλλά αν κάτι τέτοιο ήταν πέρα από τις δυνάμεις των ψυχών του Παραδείσου, τουλάχιστον θα μου έδινε συχνά σήματα της παρουσίας της, φυσώντας επάνω μου με τον άνεμο του απογεύματος ή γεμίζοντας τον αέρα που ανέπνεα με άρωμα από τα θυμιατά των αγγέλων. Και με αυτά τα λόγια στα χείλια της, παρέδωσε την αθώα ζωή της, βάζοντας ένα τέλος στην πρώτη εποχή της δικής μου.

Όλα αυτά τα αφηγήθηκα όπως έγιναν. Αλλά καθώς περνάω το φράγμα στο μονοπάτι του Χρόνου, που έχει σχηματιστεί από τον θάνατο της αγαπημένης μου, και προχωράω στη δεύτερη περίοδο της ύπαρξής μου, αισθάνομαι ότι μια σκιά γεμίζει το μυαλό μου και δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι η καταγραφή των γεγονότων είναι απόλυτα αξιόπιστη. Αλλά ας συνεχίσω. Τα χρόνια περνούσαν οδυνηρά, κι εγώ εξακολουθούσα να ζω στην Κοιλάδα του Πολύχρωμου Γρασιδιού. Ωστόσο μια δεύτερη αλλαγή συνέβη στα πάντα. Τα λουλούδια σε σχήματα αστεριών συρρικνώθηκαν στους κορμούς των δέντρων και δεν ξαναφάνηκαν. Οι αποχρώσεις της πράσινης χλόης θάμπωσαν, κι ένας – ένας οι κατακόκκινοι ασφόδελοι μαράθηκαν. Και στη θέση τους εμφανίστηκαν αναπάντεχα σκούρες βιολέτες, ίδιες με μάτια, που ξεραίνονταν όλο αγωνία και σκεπάζονταν από πάχνη. Η ζωή άρχισε να φεύγει από τον δρόμο μας, γιατί το ψηλόλιγνο φλαμίνγκο δεν μας έδειχνε πια το πορφυρό του φτέρωμα, μόνο πέταξε μελαγχολικά από την κοιλάδα προς τους λόφους, μαζί με όλα τα χαρούμενα, φανταχτερά πουλιά που είχε φέρει μαζί του. Και τα χρυσά και ασημιά ψαράκια έφυγαν προς το φαράγγι στο πιο μακρινό σημείο της ιδιοκτησίας μας και δεν ξαναστόλισαν ποτέ το όμορφο ποτάμι. Και η νανουριστική μελωδία, που ήταν πιο γλυκιά και από την άρπα του Αιόλου, και πιο θεϊκή απ’ όλα εκτός από τη φωνή της Ελεονόρας, άρχισε λίγο – λίγο να χάνεται μέσα σε μουρμουρητά όλο και πιο σιγανά, ώσπου το ρέμα επανήλθε με τον καιρό οριστικά στη σοβαρότητα της αρχικής του σιωπής. Και στο τέλος το τεράστιο σύννεφο υψώθηκε και, βυθίζοντας ξανά τις κορυφές των βουνών στο παλιό τους σκοτάδι, ξαναγύρισε στα λημέρια της Εσπερίας και πήρε μακριά από την Κοιλάδα του Πολύχρωμου Γρασιδιού όλες τις χρυσαφένιες ομορφιές του.

Ωστόσο οι υποσχέσεις της Ελεονόρας δεν ξεχάστηκαν – γιατί άκουγα τον ήχο από τα θυμιατά των αγγέλων, και το άγιο άρωμα γέμιζε συνεχώς την κοιλάδα. Και τις ώρες της μοναξιάς μου, όταν η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, ο άνεμος που χάιδευε το μέτωπό μου ήταν γεμάτος με απαλούς αναστεναγμούς, και αδιευκρίνιστα μουρμουρητά γέμιζαν τον νυχτερινό αέρα και μία φορά – αλίμονο, μόνο μία φορά! - ξύπνησα από έναν ύπνο ίδιο με τη νάρκη του θανάτου, από αόρατα χείλη που πίεζαν τα δικά μου.

Αλλά το κενό που είχα στην καρδιά μου αρνούνταν, ακόμα κι έτσι, να γεμίσει. Λαχταρούσα την αγάπη που παλιότερα την έκανε να ξεχειλίζει. Με τον καιρό, η κοιλάδα μ’ έκανε να υποφέρω εξαιτίας της ανάμνησης της Ελεονόρας και την εγκατέλειψα για πάντα για να αναζητήσω τις ματαιότητες και τους θορυβώδεις θριάμβους του κόσμου.

Βρέθηκα σε μια παράξενη πόλη, όπου τα πάντα μπορεί και να είχαν σκοπό να αμαυρώσουν τις αναμνήσεις και τα γλυκά όνειρα που έβλεπα για τόσα χρόνια στην Κοιλάδα του Πολύχρωμου Γρασιδιού. Το μεγαλείο και η επίδειξη πλούτου σε μια διακεκριμένη αυλή, οι μανιασμένες κλαγγές των όπλων, η ακτινοβόλα ομορφιά των γυναικών, μπέρδευαν και μεθούσαν το μυαλό μου. Η καρδιά μου, ωστόσο, παρέμενε πιστή στους όρκους μου και εξακολουθούσα να έχω ενδείξεις της παρουσίας της Ελεονόρας κατά τις σιωπηλές ώρες της νύχτας. Ξαφνικά αυτές οι εκδηλώσεις σταμάτησαν, ο κόσμος σκοτείνιασε μπροστά στα μάτια μου κι απόμεινα έντρομος μπροστά στις φλογισμένες σκέψεις που με κατέλαβαν, στους τρομακτικούς πειρασμούς που με κυρίεψαν. Γιατί από κάποια μακρινή, πολύ μακρινή και απομονωμένη γη, στη χαρούμενη αυλή του βασιλιά όπου υπηρετούσα, εμφανίστηκε μια κοπέλα στης οποίας την ομορφιά ολόκληρη η δειλή καρδιά μου παραδόθηκε αμέσως – και υποκλίθηκα μπροστά της χωρίς διαμαρτυρία, με την πιο παθιασμένη, την πιο αναίσχυντη λατρεία του έρωτα. Στ’ αλήθεια, τι ήταν το πάθος μου για εκείνο το κορίτσι της κοιλάδας σε σύγκριση με τη θέρμη, το ντελίριο και την χαροποιό έκσταση του θαυμασμού με τον οποίο απόθεσα όλη μου την ψυχή με δάκρυα στα μάτια μπροστά στα πόδια της αιθέριας Έρμενγκαρντ; Τι όμορφη που ήταν η αγγελική Έρμενγκαρντ! Και μ’ αυτή τη διαπίστωση, δεν άφησα χώρο για καμία άλλη. Τι θεϊκή που ήταν η Έρμενγκαρντ, ο άγγελός μου! και καθώς κοιτούσα στα βάθη των ματιών της, που ξυπνούσαν τόσες αναμνήσεις, σκεφτόμουν μόνο αυτά – κι εκείνη.

Παντρεύτηκα – δεν φοβήθηκα την κατάρα που είχα επικαλεστεί, ούτε και με κατέλαβε η πικρία της. Και μία φορά – και πάλι μόνο μία φορά μέσα στην ησυχία της νύχτας ήρθαν μέσα από τις γρίλιες οι απαλοί αναστεναγμοί που με είχαν ξεχάσει, και μεταπλάστηκαν σε μια οικεία, γλυκιά φωνή που έλεγε:

“Κοιμήσου ήσυχα! - γιατί το Πνεύμα της Αγάπης βασιλεύει και κυβερνά, και βάζοντας μέσα στην παθιασμένη σου καρδιά την Έρμενγκαρντ, απαλλάσσεσαι, για λόγους που θα μάθεις στον Παράδεισο όταν έρθει η ώρα, από τους όρκους σου προς την Ελεονόρα.”

Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom)

Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Diastixo τον Φεβρουάριο του 2019 (https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/pezografia/11574-eleonwra)

Saturday, February 7, 2026

Ambrose Bierce: O Κάτοικος Της Καρκόσα

Υπάρχουν λοιπόν διαφορετικά είδη θανάτου – με κάποια το σώμα παραμένει, ενώ με κάποια άλλα σβήνει και χάνεται μαζί με το πνεύμα.

Αυτό το τελευταίο συμβαίνει μόνο στη μοναξιά (έτσι είναι το θέλημα του Θεού) και, αφού κανείς δεν μπορεί να δει το τέλος, λέμε ότι ο άνθρωπος χάνεται ή ότι πηγαίνει ένα μακρύ ταξίδι – κάτι που όντως ισχύει. Άλλοτε πάλι έχει τύχει να συμβεί ενώπιον άλλων, όπως έχουν δείξει πάμπολλες μαρτυρίες. Σε κάποιες περιπτώσεις θανάτου έχει τύχει να πεθάνει το πνεύμα, ενώ είναι γνωστό ότι το σώμα παραμένει ακμαίο για πολλά χρόνια ακόμα. Άλλες φορές, σύμφωνα με έγκυρες μαρτυρίες, το πνεύμα πεθαίνει μαζί με το σώμα, αλλά ύστερα από ένα διάστημα ανασταίνεται και πάλι στο ίδιο εκείνο μέρος όπου συντελέστηκε η αποσύνθεση του σώματος.

Καθώς αναλογιζόμουν αυτά τα λόγια του Αλί (ο Θεός ας τον αναπαύσει) χωρίς να είμαι και τόσο σίγουρος για την ουσιαστική σημασία τους, εφόσον είχα βέβαια τις υποψίες μου αλλά αμφέβαλλα κιόλας για το αν έκρυβαν κάποιο βαθύτερο νόημα πέρα από εκείνο που είχα ήδη αντιληφθεί, δεν κατάλαβα ότι είχα χάσει τον δρόμο μου μέχρι που μια ξαφνική ριπή ψυχρού αέρα με χτύπησε στο πρόσωπο, φέρνοντάς με και πάλι σε επαφή με το περιβάλλον μου. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι όλα γύρω μου ήταν άγνωστα. Δεξιά κι αριστερά μου απλωνόταν μια απέραντη, σκοτεινή και έρημη πεδιάδα, καλυμμένη με πυκνό και ψηλό ξερό γρασίδι, που θρόιζε και σφύριζε με τον φθινοπωρινό αέρα, κι ένας θεός ξέρει πόσα μυστήρια και ανησυχητικά πράγματα ήθελε να πει. Ανά μεγάλα διαστήματα υψώνονταν βράχοι με παράξενο σχήμα και μουντό χρώμα που έμοιαζαν να συνεννοούνται μεταξύ τους και να ανταλλάσσουν ματιές αδιευκρίνιστης σημασίας, σαν να είχαν σκύψει το κεφάλι τους για να παρακολουθήσουν την εξέλιξη ενός προδιαγεγραμμένου γεγονότος. Κάτι ξεριζωμένα δέντρα εδώ κι εκεί έμοιαζαν να είναι οι αρχηγοί σ’ αυτήν την κακόβουλη συνωμοσία της σιωπηλής προσμονής.

Σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να ήταν προχωρημένη η μέρα, αν και ο ήλιος δεν φαινόταν πουθενά. Και παρόλο που αντιλαμβανόμουν ότι ο αέρας ήταν τραχύς και ψυχρός, η αντίληψη αυτή που είχα ήταν περισσότερο πνευματική και λιγότερο σωματική – δεν ένιωθα καθόλου άσχημα. Πάνω από το μελαγχολικό τοπίο, ένας ουρανός γεμάτος με βαριά, μολυβένια σύννεφα κρεμόταν σαν μια κατάρα με υπόσταση χειροπιαστή. Υπήρχε σε όλα αυτά κάτι σαν απειλή, σαν ένας οιωνός – μια υποψία κακού, μια υπόνοια καταστροφής. Δεν φαινόταν πουθενά ούτε πουλί, ούτε ζώο, ούτε έντομο. Ο άνεμος αναστέναζε μέσα από τα γυμνά κλαδιά των νεκρών δέντρων και το γκρίζο γρασίδι έσκυβε για να ψιθυρίσει το φοβερό μυστικό του στη γη. Αλλά κανένας άλλος ήχος ούτε κίνηση δεν έσπαγε την ανυπόφορη ακινησία του καταθλιπτικού τοπίου.

Παρατήρησα μέσα στη βλάστηση κάτι ανεμοδαρμένες πέτρες, που προφανώς τους είχε δώσει σχήμα κάποιο εργαλείο. Ήταν σπασμένες, καλυμμένες με μούχλα και μισοθαμμένες στο χώμα. Κάποιες ήταν πεσμένες μπρούμυτα, άλλες ήταν γερμένες σε διάφορες γωνίες, καμιά δε στεκόταν όρθια. Θα πρέπει να ήταν επιτύμβιες στήλες, αν και οι αντίστοιχοι τάφοι δεν υπήρχαν πια, ούτε σαν αναχώματα ούτε σαν λακκούβες. Ο χρόνος τα είχε ισοπεδώσει όλα. Σκορπισμένα εδώ κι εκεί, διάφορα άλλα ογκώδη ντουβάρια υποδείκνυαν τα σημεία όπου μεγαλόπρεποι τάφοι ή πολυτελή μνημεία ύψωσαν κάποτε το ασήμαντο ανάστημά τους στη λησμονιά. Αυτά τα ερείπια, αυτά τα ίχνη ματαιότητας, τα μνημεία αφοσίωσης και ευσέβειας, έμοιαζαν να είναι τόσο παλιά, τόσο ταλαιπωρημένα, φθαρμένα και λεκιασμένα – και το μέρος αυτό τόσο παρατημένο, εγκαταλελειμμένο και ξεχασμένο, που δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ ότι είχα ανακαλύψει το νεκροταφείο μιας προϊστορικής φυλής ανθρώπων που το όνομά τους είχε σβηστεί από την ιστορία.

Με το μυαλό μου γεμάτο από αυτές τις σκέψεις, λησμόνησα για λίγο την εξέλιξη των δικών μου εμπειριών, αλλά σύντομα σκέφτηκα: «Πώς έφτασα εδώ πέρα;» Η στιγμιαία αυτή αναλαμπή φάνηκε να ξεκαθαρίζει τα πάντα και ταυτόχρονα να εξηγεί, όχι χωρίς κάποια ανησυχία, τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο η φαντασία μου είχε μεταφράσει όλα όσα έβλεπα και άκουγα. Ήμουν άρρωστος. Θυμήθηκα τότε ότι είχα χτυπηθεί από έναν ξαφνικό πυρετό και ότι η οικογένειά μου μού είχε πει ότι, όποτε με έπιανε παραλήρημα, ζητούσα απεγνωσμένα ελευθερία και καθαρό αέρα, και πως με είχαν περιορίσει στο κρεβάτι για να μην το σκάσω. Τώρα όμως είχα ξεφύγει από την εποπτεία των ακολούθων μου και είχα φτάσει μέχρι – αλήθεια, μέχρι πού; Δεν μπορούσα να καταλάβω. Προφανώς είχα απομακρυνθεί αρκετά από την πόλη όπου διέμενα – την αρχαία και ξακουστή πόλη Καρκόσα.

Δεν έβλεπα ούτε άκουγα πουθενά σημάδια ανθρώπινης ζωής, ούτε καπνό να υψώνεται, ούτε το γάβγισμα των σκυλιών, ούτε τους μουρμουριστούς ήχους των κοπαδιών, ούτε τις φωνές των παιδιών που έπαιζαν – δεν υπήρχε τίποτα πέρα από το θλιμμένο κοιμητήριο, με τον αέρα του μυστηρίου και του φόβου, εξαιτίας του δικού μου διαταραγμένου μυαλού. Μήπως πήγαινε πάλι να με πιάσει παραλήρημα, χωρίς μάλιστα να μπορεί να με βοηθήσει κανείς; Μήπως ήταν όλα μια ψευδαίσθηση εξαιτίας της τρέλας μου; Φώναξα δυνατά τα ονόματα των συζύγων και των γιων μου, άπλωσα τα χέρια μου αναζητώντας τα δικά τους, καθώς περπατούσα ανάμεσα στις πεσμένες πέτρες και το ξεραμένο χορτάρι.

Ένας θόρυβος πίσω μου με έκανε να γυρίσω. Ένα άγριο ζώο – ένας λύγκας – με πλησίαζε. Η σκέψη μού ήρθε αμέσως στο μυαλό: αν καταρρεύσω εδώ στην έρημο – αν μου ανεβεί και πάλι ο πυρετός και χάσω τις αισθήσεις μου, αυτό το θηρίο θα μου ξεριζώσει το λαρύγγι. Όρμησα προς το μέρος του ουρλιάζοντας. Εκείνο πέρασε ξυστά από δίπλα μου με ηρεμία και χάθηκε πίσω από έναν βράχο.

Την επόμενη στιγμή, το κεφάλι ενός άντρα ξεπετάχτηκε από το επίπεδο του εδάφους λίγο μακρύτερα. Ανέβαινε την πλαγιά ενός χαμηλού λόφου, η κορυφογραμμή του οποίου ίσα που διακρινόταν από εκεί που βρισκόμουν. Σύντομα τον είδα να ξεπροβάλλει μπροστά από ένα γκρίζο σύννεφο. Τα μέρη του σώματός του που δεν ήταν γυμνά ήταν καλυμμένα με τομάρια. Τα μαλλιά του ήταν αχτένιστα, η γενειάδα του μακριά και μαδημένη. Στο ένα του χέρι κρατούσε ένα τόξο κι ένα βέλος και στο άλλο έναν αναμμένο δαυλό που ανάδινε έναν μακρύ μαύρο καπνό. Περπατούσε αργά και προσεκτικά, λες και φοβόταν μην πέσει σε κάποιον ανοιχτό τάφο που ήταν κρυμμένος κάτω από το ψηλό γρασίδι. Αυτό το αλλόκοτο θέαμα με παραξένεψε χωρίς ωστόσο να με θορυβήσει, και αποφασισμένος να τον αντιμετωπίσω, τον κοίταξα σχεδόν κατά πρόσωπο και του απηύθυνα τον συνηθισμένο χαιρετισμό: «Ο Θεός μαζί σου».

Δε φάνηκε να με προσέχει ούτε και κοντοστάθηκε.

«Καλέ μου ξένε», συνέχισα, «είμαι άρρωστος κι έχω χαθεί. Σε ικετεύω, πες μου, πώς θα φτάσω στην Καρκόσα;»

Ο άντρας άρχισε να τραγουδάει ένα βάρβαρο τραγούδι σε μια άγνωστη γλώσσα, με προσπέρασε και χάθηκε από τα μάτια μου.

Μια κουκουβάγια στο κλαδί ενός σάπιου δέντρου έκρωξε ανατριχιαστικά και κάποια άλλη της απάντησε από μακριά. Κοιτώντας ψηλά, είδα μέσα από ένα αναπάντεχο άνοιγμα στα σύννεφα τον Αλντεμπαράν και τις Υάδες! Σε όλα αυτά υπήρχε μια υπόνοια νύχτας – ο λύγκας, ο άντρας με τον δαυλό, η κουκουβάγια. Παρόλα αυτά είδα – είδα μέχρι και τα αστέρια, αφού σκοτάδι δεν υπήρχε. Έβλεπα, αλλά ήταν προφανές ότι ούτε με έβλεπε ούτε με άκουγε κανείς. Ποιο τρομερό ξόρκι με είχε φυλακίσει;

Κάθισα στα ριζά ενός γιγάντιου δέντρου, για να σκεφτώ σοβαρά τι ήταν το καλύτερο που μπορούσα να κάνω. Δεν είχα πια καμιά αμφιβολία ότι είχα τρελαθεί, υπήρχε όμως ένα κομμάτι αμφιβολίας σ᾽ αυτή την καταδίκη. Δεν είχα καθόλου πυρετό. Είχα ωστόσο μια αίσθηση ευφορίας και ζωντάνιας μαζί που ήταν πρωτόγνωρες για μένα – μια αίσθηση πνευματικής και σωματικής ανάτασης. Οι αισθήσεις μου ήταν σε εγρήγορση. Ένιωθα τον αέρα γύρω μου βαρύ. Μπορούσα να ακούσω τη σιωπή.

Μια μεγάλη ρίζα του γιγάντιου δέντρου στου οποίου τον κορμό ήμουν γερμένος κρατούσε φυλακισμένη στη λαβή της μια βαριά πέτρα, μέρος της οποίας ήταν χωμένο σε μια εσοχή που σχημάτιζε μια άλλη ρίζα. Η πέτρα ήταν έτσι κάπως προφυλαγμένη από τον καιρό, αν και μεγάλο μέρος της είχε αποσυντεθεί. Το περίγραμμά της είχε αποστρογγυλωθεί από τη φθορά, οι γωνίες της είχαν φαγωθεί, η επιφάνειά της ήταν αυλακωμένη και φολιδωτή. Λαμπερά σωματίδια μαρμαρυγίας διακρίνονταν στο χώμα γύρω της – σημάδια της αποσύνθεσής της. Αυτή η πέτρα προφανώς ανήκε στον τάφο από τον οποίο το δέντρο είχε ξεπεταχτεί χρόνια πριν. Οι ίδιες οι ρίζες του δέντρου είχαν καπηλευτεί τον τάφο και είχαν φυλακίσει την πέτρα.

Ένας ξαφνικός άνεμος απομάκρυνε μερικά ξερά φύλλα και κλαδιά από το πάνω μέρος της πέτρας. Είδα τότε τα ανάγλυφα γράμματα μιας επιγραφής και έσκυψα να τη διαβάσω. Θεέ και Κύριε! Ήταν το όνομά μου ολόκληρο! Η χρονολογία γέννησής μου! Η ημερομηνία του θανάτου μου!

Μια ευθύγραμμη λωρίδα φωτός φώτισε όλη την πλευρά του δέντρου καθώς πεταγόμουν όρθιος μέσα στον πανικό. Ο ήλιος πρόβαλε από την ροδαλή ανατολή. Στάθηκα ανάμεσα στο δέντρο και τον πλατύ, κόκκινο δίσκο του – καμιά σκιά δεν σκοτείνιαζε τον κορμό!

Μια χορωδία από λύκους καλωσόρισε ουρλιάζοντας την αυγή. Τους είδα να κάθονται πάνω στα πισινά τους πόδια, άλλοι μόνοι τους και άλλοι σε ομάδες, στις κορυφές ανισόπεδων αναχωμάτων και ταφικών μνημείων που κάλυπταν τη μισή από την έρημη έκταση που απλωνόταν μπροστά μου και χάνονταν στον ορίζοντα. Και τότε κατάλαβα ότι αυτά ήταν τα ερείπια της αρχαίας και ξακουστής πόλης Καρκόσα.

Αυτά ήταν τα γεγονότα που μετέδωσε στο μέντιουμ Μπεϊρόλ το πνεύμα του Χοσεΐμπ Αλάρ Ρομπαρντίν.


Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom)

Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Diastixo τον Μάιο του 2018 (https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/pezografia/9780-carcassa)


Friday, February 6, 2026

Kate Chopin: Ιστορία Της Μιας Ώρας


Επειδή η κυρία Μάλαρντ είχε σοβαρό πρόβλημα με την καρδιά της, έπρεπε να της το φέρουν με τρόπο ότι ο άντρας της ήταν νεκρός.

Η αδερφή της Τζόζεφιν ανέλαβε να της το πει, με μισόλογα που περισσότερο έκρυβαν παρά αποκάλυπταν την αλήθεια. Ο φίλος του άντρα της, ο Ρίτσαρντς, ήταν εκεί, στο πλευρό της. Ήταν αυτός που βρισκόταν στα γραφεία της εφημερίδας όταν ήρθε η αναφορά για το σιδηροδρομικό δυστύχημα, με το όνομα του Μπρέντλυ Μάλαρντ πρώτο - πρώτο στη λίστα των «νεκρών». Και αφού βεβαιώθηκε μ’ ένα δεύτερο τηλεγράφημα, έτρεξε να προλάβει προτού κάποιος άλλος φίλος, λιγότερο προσεκτικός ή πονετικός, της πήγαινε τα κακά μαντάτα.

Η αντίδρασή της μόλις άκουσε την ιστορία δεν ήταν η συνηθισμένη, δεν παρέλυσε δίχως να μπορεί να δεχτεί τη σημασία της. Ξέσπασε σε λυγμούς και ρίχτηκε απότομα και βίαια στην αγκαλιά της αδερφής της. Όταν η θύελλα της θλίψης κόπασε, η κυρία Μάλαρντ ανέβηκε μόνη στο δωμάτιό της. Δεν ήθελε κανέναν μαζί της.

Απέναντι από το ανοιχτό παράθυρο βρισκόταν μια άνετη και ευρύχωρη πολυθρόνα. Βούλιαξε μέσα της, καθηλωμένη από μια σωματική εξάντληση που στοίχειωνε το κορμί της κι έφτανε σχεδόν ως την ψυχή της.

Στην ανοιχτή πλατεία μπροστά στο σπίτι της μπορούσε να δει τις κορυφές των δέντρων που αναρριγούσαν με τη δροσερή πνοή της Άνοιξης. Στον αέρα πλανιόταν η εξαίσια ανάσα της βροχής. Κάτω στο δρόμο ένας πλανόδιος πωλητής διαλαλούσε το εμπόρευμά του. Οι νότες από ένα μακρινό τραγούδι ίσα που έφταναν στ' αυτιά της και αμέτρητα σπουργίτια κελαηδούσαν στα γείσα των παραθύρων.

Κομμάτια γαλανού ουρανού ξεπρόβαλλαν εδώ κι εκεί ανάμεσα στα σύννεφα που είχαν μαζευτεί το ένα πάνω στο άλλο στη δυτική πλευρά του παραθύρου της.

Καθόταν με το κεφάλι της ριγμένο πίσω στο μαξιλάρι της πολυθρόνας, σχεδόν ακίνητη αλλά που και που ένας κόμπος ανέβαινε στο λαιμό της και την τράνταζε, όπως ένα παιδί που, αφού έκλαψε ώσπου να κοιμηθεί, συνεχίζει τα αναφιλητά και στο όνειρό του.

Ήταν νέα και τα χαρακτηριστικά του ωραίου και ήρεμου προσώπου της πρόδιδαν αυτοσυγκράτηση, ίσως και μια εσωτερική δύναμη. Αλλά τώρα τα μάτια της κοίταζαν απλανώς κάπου μακριά προς μια λωρίδα γαλανού ουρανού. Δεν ήταν βλέμμα στοχασμού, ήταν σαν να της είχε διακοπεί μια βαθιά σκέψη.

Κάτι την πλησίαζε και με φόβο το περίμενε. Τί να ήταν άραγε; Δεν ήξερε - ήταν τόσο φευγαλέο και απατηλό που δεν μπορούσε να το προσδιορίσει. Το αισθανόταν όμως να έρχεται ύπουλα από τον ουρανό και να την πλησιάζει μέσα από τους ήχους, τα αρώματα και τα χρώματα που γέμιζαν τον αέρα.
Τώρα η καρδιά της χτυπούσε πιο γρήγορα. Είχε αρχίσει να προσδιορίζει εκείνο που την πλησίαζε για να την κυριεύσει και επιστράτευε όλη της τη θέληση για να το διώξει - μια θέληση όμως τόσο αδύναμη όσο και τα λευκά, λεπτά της χέρια.

Μόλις εγκατέλειψε την προσπάθεια, μια λεξούλα ξέφυγε ψιθυριστά από τα μισάνοιχτα χείλη της. Την είπε ξανά και ξανά από μέσα της: «Ελεύθερη, ελεύθερη, ελεύθερη!» Το κενό βλέμμα και η επακόλουθη έκφραση του τρόμου έφυγαν από τα μάτια της που απέμειναν ζωηρά και λαμπερά. Ο σφυγμός της ήταν γρήγορος και το αίμα κυλούσε ζεστό και ήρεμο σε κάθε γωνιά του κορμιού της. Δεν έπαψε να αναρωτιέται μήπως επρόκειτο για κάποιο φριχτό αστείο. Το μυαλό της, όμως, ξεκάθαρο πια και δυναμωμένο, τη βοήθησε να απορρίψει την απίθανη αυτή εκδοχή.

Ήξερε ότι θα έκλαιγε ξανά και ξανά όταν θα έβλεπε τα ευγενικά, τρυφερά χέρια του σταυρωμένα, το πρόσωπό του, που ποτέ δεν είχε πάψει να την κοιτάζει με αγάπη, τώρα ακίνητο, γκρίζο και άψυχο. Αλλά πίσω απ' αυτήν την πικρή στιγμή έβλεπε την ατέλειωτη παρέλαση των χρόνων που θα έρχονταν και θα της ανήκαν ολοκληρωτικά. Κι εκείνη τα καλοδεχόταν με ανοιχτή αγκαλιά.

Δεν θα ζούσε για κανέναν άλλον από ‘δω και στο εξής παρά μόνο για τον εαυτό της. Η δύναμη καμιάς θέλησης δεν θα την λύγιζε πια μ’ εκείνο το τυφλό πείσμα που οι άντρες κι οι γυναίκες πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να επιβάλλουν στους συνανθρώπους τους. Η καλή ή η κακή πρόθεση έκανε τις πράξεις να μη φαίνονται πια εγκληματικές καθώς τις έβλεπε τη σύντομη εκείνη στιγμή της φώτισης.

Κι όμως, κάποιες φορές τον είχε αγαπήσει. Άλλες πάλι, όχι. Μα τί σημασία είχε; Πόσο μετρούσε η αγάπη, αυτό το άλυτο μυστήριο, μπροστά στην αυτοπεποίθηση που η ίδια κατείχε και που ξαφνικά αναγνώριζε σαν το πιο δυνατό συναίσθημα της ύπαρξής της;

«Ελεύθερη! Στην ψυχή και το σώμα μου, ελεύθερη!» συνέχισε να ψιθυρίζει.

Η Τζόζεφιν είχε γονατίσει μπροστά στην κλειστή πόρτα με τα χείλη της στην κλειδαρότρυπα και παρακαλούσε την αδερφή της να την αφήσει να μπει. «Λουίζ, άνοιξε την πόρτα, σε ικετεύω, άνοιξε την πόρτα – θα αρρωστήσεις. Τί κάνεις, Λουίζ; Για τ’ όνομα του Θεού, άνοιξε την πόρτα!» «Φύγε, δεν παθαίνω τίποτα!» Όχι, γιατί έπινε το ίδιο το ελιξήριο της ζωής από το ανοιχτό παράθυρο.

Η φαντασία της κάλπαζε στις μέρες που την περίμεναν. Μέρες ανοιξιάτικες και μέρες καλοκαιρινές κι όλων των ειδών οι μέρες θα ήταν δικές της. Είπε με μια ανάσα μια γρήγορη προσευχή για να ζήσει πολλά χρόνια ακόμα. Και μόλις χτες είχε φρίξει στη σκέψη ότι μπορεί και να ζούσε πολλά χρόνια ακόμα.

Σηκώθηκε με την ησυχία της και, μπροστά στη φορτικότητα της αδερφής της, άνοιξε την πόρτα. Ένας φλογερός θρίαμβος έλαμπε στα μάτια της καθώς στεκόταν απερίσκεπτη, σαν τη θεά της Νίκης. Αγκάλιασε τη Τζόζεφιν από τη μέση και κατέβηκαν τις σκάλες. Ο Ρίτσαρντς στεκόταν κάτω και τις περίμενε. Κάποιος άνοιγε την πόρτα μ' ένα αντικλείδι. Ήταν ο Μπρέντλυ Μάλαρντ που έμπαινε, λίγο κουρασμένος απ' το ταξίδι, κρατώντας ήρεμα το σάκο και την ομπρέλα του. Είχε βρεθεί μακριά απ' τον τόπο του δυστυχήματος κι ούτε ήξερε καν ότι είχε συμβεί το περιστατικό. Η διαπεραστική κραυγή της Τζόζεφιν του έκοψε την ανάσα καθώς ευθύς ο Ρίτσαρντς μπήκε μπροστά του για να τον κρύψει από τη γυναίκα του.

Αλλά ήταν πια πολύ αργά.

Όταν ήρθαν οι γιατροί, είπαν ότι η κυρία Μάλαρντ πέθανε από την καρδιά της - από τη χαρά που σκοτώνει.


Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom)
 
Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal τον Μάρτιο του 2018 (http://fractalart.gr/kate-chopin/)

Thursday, February 5, 2026

Jan Neruda: Ο Βρικόλακας

 

Το εκδρομικό ατμόπλοιο μάς έφερε από την Κωνσταντινούπολη στο νησί της Πριγκήπου, όπου και κατεβήκαμε. Οι επιβάτες δεν ήταν πολλοί: μια οικογένεια Πολωνών, αποτελούμενη από τον πατέρα, τη μητέρα, την κόρη και τον αγαπημένο της, κι εμείς οι δύο. Α ναι, και να μην ξεχάσω ότι ενώ βρισκόμασταν ήδη πάνω στην ξύλινη γέφυρα του Κεράτιου κόλπου που οδηγεί στην Κωνσταντινούπολη, προστέθηκε στην παρέα μας ένας Έλληνας, ένας πολύ νέος άντρας. Μάλλον ήταν καλλιτέχνης, αν κρίνω από το ντοσιέ που κουβαλούσε υπό μάλης. Μακριές μαύρες μπούκλες έπεφταν στους ώμους του, το πρόσωπό του ήταν χλωμό, και τα μαύρα μάτια του ήταν βαθιά χωμένα στις κόγχες τους. Από την πρώτη στιγμή μού τράβηξε το ενδιαφέρον, και ιδιαίτερα χάρη στην προθυμία του και στις γνώσεις του για τις συνθήκες του τόπου. Ωστόσο μιλούσε πολύ, και τελικά απομακρύνθηκα από κοντά του.

Οι Πολωνοί ήταν ιδιαίτερα ευχάριστοι. Ο πατέρας και η μητέρα ήταν ευγενικοί και διακριτικοί άνθρωποι, ο φίλος της κόρης ήταν ένας όμορφος νεαρός με απλούς και άμεσους τρόπους. Είχαν έρθει στην Πρίγκηπο για να περάσουν τους καλοκαιρινούς μήνες για το καλό της κόρης, που ήταν κάπως ασθενική. Αυτό το πανέμορφο, χλωμό κορίτσι είτε ανάρρωνε από μια βαριά αρρώστια είτε βρισκόταν στα πρόθυρα του να πάθει μια σοβαρή ασθένεια. Καθώς περπατούσε, στηριζόταν στον φίλο της και συχνά σταματούσε και καθόταν λίγο να ξαποστάσει, ενώ ένας επίμονος σιγανός ξερόβηχας παρεμβαλλόταν ανάμεσα στις ψιθυριστές της κουβέντες. Κάθε φορά που έβηχε, ο συνοδός της σταματούσε να περπατάει και περίμενε. Και κάθε φορά την κοιτούσε με συμπόνια κι εκείνη του ανταπέδιδε το βλέμμα σαν να έλεγε: «Δεν είναι τίποτα. Είμαι πολύ ευτυχισμένη!» Είχαν πίστη στην υγεία και την ευτυχία.

Ακολουθώντας τη συμβουλή του Έλληνα, που μας αποχαιρέτησε βιαστικά στην αποβάθρα, η οικογένεια έκλεισε δωμάτια σε ένα ξενοδοχείο στον λόφο. Ο ξενοδόχος ήταν Γάλλος, και όλο το κτίριό του ήταν εξοπλισμένο με άνετα και καλόγουστα έπιπλα, σύμφωνα με το γαλλικό στιλ.

Πήραμε πρωινό όλοι μαζί και όταν η ζέστη του μεσημεριού είχε πλέον υποχωρήσει κάπως, ξεκινήσαμε να ανεβαίνουμε προς την κορυφή του λόφου όπου, ανάμεσα στα σιβηρικά πεύκα του δασυλλίου, θα απολαμβάναμε τη θέα από ψηλά. Πάνω που βρήκαμε το κατάλληλο σημείο για να καθίσουμε, ο Έλληνας έκανε και πάλι την εμφάνισή του. Μας χαιρέτησε στα πεταχτά, κοίταξε γύρω του και κάθισε μόλις λίγα βήματα μακριά μας. Άνοιξε το ντοσιέ του και άρχισε να ζωγραφίζει.

«Νομίζω πως επίτηδες κάθεται με την πλάτη στους βράχους, για να μη μπορούμε να δούμε τι ζωγραφίζει», είπα.

«Δεν είναι ανάγκη», είπε ο νεαρός Πολωνός. «Έχουμε τόσα ωραία πράγματα να χαζέψουμε γύρω μας». Για να προσθέσει ύστερα από λίγο: «Έχω την εντύπωση ότι εμάς ζωγραφίζει! Ας είναι, λοιπόν!»

Και όντως είχαμε τόσα πολλά να χαζέψουμε. Δεν υπάρχει πιο όμορφη και πιο χαρούμενη γωνιά στον κόσμο από την Πρίγκηπο. Η Ειρήνη η Αθηναία, σύγχρονη του Καρλομάγνου, έζησε εκεί εξόριστη για ένα μήνα. Αν μπορούσα να ζήσω για ένα μήνα της ζωής μου εκεί, θα ήμουν ευτυχής να κουβαλάω αυτή την ανάμνηση για όλη την υπόλοιπη ζωή μου! Ποτέ δεν θα ξεχάσω ακόμα και αυτή τη μία μέρα που πέρασα στην Πρίγκηπο.

Ο αέρας ήταν καθάριος σαν διαμάντι, απαλός σαν χάδι, κι ένιωθες ότι έπαιρνε την ψυχή σου και την ταξίδευε στα πέρατα. Στα δεξιά, στην άκρη του θαλασσινού ορίζοντα, εκτείνονταν οι καφετιές Ασιατικές κορυφογραμμές, στα αριστερά, πέρα μακριά, λαμπύριζαν οι απότομες ακτές της Ευρώπης. Η γειτονική Χάλκη, το ένα από τα εννιά Πριγκιπόνησσα, υψωνόταν με τα κυπαρίσσια της σαν ένα μουντό όνειρο, καταλήγοντας σε μια υποβλητική κατασκευή – ένα άσυλο για ανθρώπους πνευματικά ασθενείς.

Η θάλασσα του Μαρμαρά είχε έναν ελαφρό κυματισμό και τα νερά της στραφτάλιζαν με όλα τα χρώματα, σαν λαμπερό οπάλι. Στο βάθος, η θάλασσα ήταν άσπρη σαν το γάλα, μετά γινόταν ροδαλή, έπαιρνε ένα λαμπερό πορτοκαλί ανάμεσα σε δύο νησιά, ενώ κάτω χαμηλά από εκεί που καθόμασταν, είχε ένα υπέροχο γαλαζοπράσινο χρώμα, σαν διάφανο ζαφείρι. Έλαμπε με όλη της την ομορφιά. Δεν φαινόταν πουθενά κανένα μεγάλο πλοίο – μόνο δύο μικρά πλεούμενα με αγγλική σημαία έπλεαν κατά μήκος της στεριάς. Το ένα ήταν ένα ατμόπλοιο μεγάλο όσο η καμπίνα ενός φύλακα, ενώ το άλλο είχε κάπου δώδεκα κωπηλάτες, και κάθε φορά που τα κουπιά τους ανασηκώνονταν όλα μαζί, έσταζε από τις άκρες τους λιωμένο ασήμι. Τα πιστά δελφίνια έκαναν βουτιές ανάμεσά τους ή αναπηδούσαν σχηματίζοντας τέλειες αψίδες στην επιφάνεια του νερού. Μέσα στο γαλάζιο του ουρανού, αετοί πετούσαν νωχελικά, μετρώντας την απόσταση ανάμεσα στις δύο ηπείρους.

Ολόκληρος ο λόφος μπροστά μας ήταν σκεπασμένος με ανθισμένα τριαντάφυλλα και η ευωδιά τους γέμιζε την ατμόσφαιρα. Ο αέρας μάς έφερνε έναν απόηχο από τη μουσική που ερχόταν από το καφενείο δίπλα στη θάλασσα.

Η φύση ήταν μαγευτική. Καθόμασταν όλοι σιωπηλοί, με την ψυχή μας ολότελα παραδομένη σ’ αυτό το παραδεισένιο τοπίο. Η νεαρή Πολωνή ήταν ξαπλωμένη στο γρασίδι με το κεφάλι της ακουμπισμένο στο στέρνο του φίλου της. Το χλωμό, λεπτό της πρόσωπο είχε ροδίσει ελαφρά, κι από τα μάτια της ξαφνικά ξεχύθηκαν δάκρυα. Ο αγαπημένος της το κατάλαβε, έσκυψε και φίλησε όλα τα δάκρυά της. Η μητέρα της άρχισε κι αυτή να σιγοκλαίει – και μέχρι κι εγώ συγκινήθηκα λιγάκι.

«Εδώ μπορεί να θεραπευτεί και το σώμα και η ψυχή», ψιθύρισε η κοπέλα. «Τι ευτυχισμένος τόπος!»

«Ο Θεός ξέρει καλά ότι δεν έχω εχθρούς, αλλά και να είχα, εδώ πέρα θα τους συγχωρούσα!» είπε ο πατέρας με τρεμάμενη φωνή.

Και μετά πέσαμε πάλι σε σιωπή. Είχαμε όλοι μια εξαιρετική διάθεση – ήταν τόσο υπέροχα όλα! Ο καθένας μας ένιωθε πως ζούσε μέσα στην ευτυχία, και όλοι μας πρόθυμα θα μοιραζόμασταν αυτή την ευτυχία με όλο τον κόσμο. Όλοι νιώθαμε το ίδιο – κι έτσι κανένας δεν ενοχλούσε τον άλλο. Σχεδόν δεν το συνειδητοποιήσαμε ότι ο Έλληνας, ύστερα από μια ώρα περίπου, σηκώθηκε, μάζεψε το ντοσιέ του, έγνεψε κοφτά και έφυγε. Εμείς μείναμε πίσω.

Τελικά, μετά από αρκετές ώρες, όταν το τοπίο γύρω μας άρχισε να παίρνει το σκούρο βιολετί χρώμα που είναι τόσο μαγικά όμορφο στον νότο, η μητέρα μάς υπενθύμισε ότι είχε έρθει η ώρα της επιστροφής. Σηκωθήκαμε και κατεβήκαμε προς το ξενοδοχείο με τον ελαφρό, ανέμελο βηματισμό που χαρακτηρίζει τα ξέγνοιαστα παιδιά. Στο ξενοδοχείο, καθίσαμε στην γραφική βεράντα.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ακούσαμε από κάτω φωνές και φασαρία. Ο Έλληνάς μας τσακωνόταν με τον ξενοδόχο, κι επειδή θέλαμε να κάνουμε χάζι, στήσαμε αυτί.

Η διασκέδαση ωστόσο δεν κράτησε πολύ. «Αν δεν είχα άλλους πελάτες, θα σου έδειχνα εγώ», βρυχήθηκε ο ξενοδόχος και ανέβηκε τα σκαλιά για να έρθει σε μας.

«Σε παρακαλώ, καλέ μου κύριε», ρώτησε ο νεαρός Πολωνός τον ξενοδόχο που πλησίαζε, «μου λες ποιος είναι αυτός ο νέος; Πώς τον λένε;»

«Ε… πού να ξέρω πώς τον λένε;» μουρμούρισε ο ξενοδόχος και έριξε ένα βλέμμα γεμάτο δηλητήριο προς τα κάτω. «Εμείς τον λέμε ‘ο Βρικόλακας’».

«Είναι καλλιτέχνης;»

«Καλλιτέχνης να σου πετύχει! Ζωγραφίζει μόνο πτώματα. Μόλις κάποιος στην Κωνσταντινούπολη ή εδώ στη γειτονιά πεθάνει, εκείνη ακριβώς τη μέρα αυτός έχει κιόλας έτοιμο το πορτρέτο του νεκρού. Αυτός ο τύπος τους ζωγραφίζει από πριν – και δεν κάνει ποτέ λάθος – σαν όρνιο!»

Η Πολωνή ούρλιαξε με τρόμο. Η κόρη της ήταν πεσμένη στην αγκαλιά της, άσπρη σαν κιμωλία. Είχε λιποθυμήσει.

Στη στιγμή, ο φίλος της κοπέλας κατέβηκε πηδώντας τα σκαλιά. Με το ένα χέρι βούτηξε τον Έλληνα και με το άλλο άρπαξε το ντοσιέ του.

Τρέξαμε όλοι ξοπίσω του. Οι δύο άντρες κυλιόνταν πάνω στην άμμο. Τα περιεχόμενα του ντοσιέ ήταν σκορπισμένα τριγύρω. Σε ένα χαρτί, ζωγραφισμένο με κηρομπογιά, ήταν το κεφάλι της νεαρής Πολωνής, με τα μάτια κλειστά κι ένα στεφάνι από μυρτιά πάνω στο μέτωπό της.


Μετάφραση από την αγγλική απόδοση της Šárka B. Hrbková (1920): Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom)

Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Diastixo τον Φεβρουάριο του 2018 (http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/pezografia/9161-neruda-choreanthi)

Wednesday, February 4, 2026

Jean Rhys: Η Απέραντη Θάλασσα Των Σαργασσών (Απόσπασμα)

Σ’ αυτό εδώ το δωμάτιο, ξυπνάω νωρίς και μένω ξαπλωμένη τρέμοντας από το κρύο γιατί κάνει παγωνιά. Κάποια στιγμή, η Γκρέις Πουλ, η γυναίκα που με φροντίζει, ανάβει φωτιά μ’ ένα χαρτί, προσανάμματα και καρβουνάκια. Γονατίζει και τη ζωηρεύει μ’ ένα φυσερό. Το χαρτί ζαρώνει, τα προσανάμματα τριζοβολάνε και πετούν σπίθες, τα καρβουνάκια σιγοκαίνε και βγάζουν μια κόκκινη λάμψη. Στο τέλος, οι φλόγες ξεπετιούνται και είναι πανέμορφες. Σηκώνομαι από το κρεβάτι και πηγαίνω κοντά για να τις δω, ενώ αναρωτιέμαι γιατί με έφεραν εδώ πέρα. Για ποιο λόγο; Θα πρέπει να υπάρχει μια εξήγηση. Τι είναι αυτό που πρέπει να κάνω; Όταν πάτησα το πόδι μου εδώ, νόμιζα πως θα έμενα μόνο για μία ή δύο μέρες, για μια βδομάδα ίσως. Αυτό σκέφτηκα όταν τον είδα και του ορκίστηκα ότι θα ήμουν συνετή σαν τα ερπετά και άκακη σαν τα περιστέρια. «Είμαι πρόθυμη να σου δώσω ό,τι έχω και δεν έχω», ήθελα να του πω, «και δεν θα σου προκαλέσω ποτέ ξανά κανένα πρόβλημα, φτάνει να με αφήσεις να φύγω.» Όμως εκείνος δεν ήρθε ποτέ.

Αυτή η Γκρέις κοιμάται στο δωμάτιό μου. Τις νύχτες, τη βλέπω καμιά φορά να κάθεται στο τραπέζι και να μετράει λεφτά. Κρατάει ανάμεσα στα δάχτυλά της ένα χρυσό νόμισμα και χαμογελάει. Μετά κρύβει όλα τα λεφτά σ’ ένα πουγκί από καραβόπανο και το κρεμάει γύρω από το λαιμό της έτσι ώστε να είναι κρυμμένο μέσα στο φόρεμά της. Στην αρχή μου έριχνε πρώτα μια ματιά, αλλά εγώ έκανα την κοιμισμένη κι έτσι τώρα το κάνει χωρίς να νοιάζεται πια για μένα. Πίνει από μια μποτίλια που έχει πάνω στο τραπέζι και μετά πέφτει για ύπνο, ή σταυρώνει τα χέρια της στο τραπέζι, γέρνει πάνω τους το κεφάλι της και αποκοιμιέται. Όμως εγώ, από το κρεβάτι μου, παρακολουθώ τη φωτιά ώσπου να σβήσει. Όταν η Γκρέις αρχίζει το ροχαλητό, σηκώνομαι και πίνω από το άχρωμο ποτό της μποτίλιας. Την πρώτη φορά που το δοκίμασα ήθελα να το φτύσω, αλλά κατάφερα να το καταπιώ. Κι όταν ξάπλωσα και πάλι στο κρεβάτι, μπορούσα να θυμηθώ περισσότερα πράγματα, και ήμουν ξανά σε θέση να σκεφτώ. Δεν κρύωνα τόσο πολύ πια.

Υπάρχει ένα παράθυρο ψηλά – δεν μπορείς να το φτάσεις για να κοιτάξεις έξω. Το κρεβάτι μου είχε κάποτε κάγκελα, αλλά τα αφαίρεσαν. Το δωμάτιο δεν έχει παρά ελάχιστα έπιπλα ακόμα: το κρεβάτι της Γκρέις Πουλ, μια μαύρη ντουλάπα, το τραπέζι μες στη μέση και δυο μαύρες καρέκλες με χαραγμένα σχέδια φρούτων και λουλουδιών. Έχουν ψηλές ράχες, αλλά είναι χωρίς μπράτσα. Η ιματιοθήκη είναι πολύ μικρή, και το δωμάτιο δίπλα σ’ αυτήν έχει τοίχους καλυμμένους με ταπετσαρία. Μια μέρα, κοιτώντας την ταπετσαρία, μου φάνηκε πως είδα τη μητέρα μου ντυμένη με βραδινό φόρεμα, χωρίς παπούτσια. Το βλέμμα της με προσπέρασε, κοίταξε πάνω από το κεφάλι μου όπως πάντα. Φυσικά ούτε λόγος να το πω αυτό στη Γκρέις. Το δικό της όνομα δεν πρέπει να ήταν Γκρέις. Τα ονόματα έχουν ιδιαίτερο βάρος, όπως όταν εκείνος επέμενε να μην με φωνάζει Αντουανέτ, και είδα την Αντουανέτ να γλιστράει έξω από το παράθυρο με όλα της τα αρώματα, τα όμορφα φορέματα και τον καθρέφτη της.

Εδώ μέσα δεν υπάρχει καθρέφτης, κι έτσι δεν μπορώ να ξέρω πώς είναι τώρα το πρόσωπό μου. Θυμάμαι που κοιταζόμουν στον καθρέφτη και βούρτσιζα τα μαλλιά μου, αλλά κυρίως το πώς τα ίδια μου τα μάτια με κοιτούσαν μέσα από τον καθρέφτη. Το κορίτσι που έβλεπα ήταν και δεν ήταν ο εαυτός μου. Πριν από χρόνια, όταν ήμουν μικρή και πολύ μόνη, είχα προσπαθήσει να φιλήσω το είδωλό μου. Αλλά το γυαλί ήταν ανάμεσά μας – σκληρό, κρύο και θαμπωμένο από την ανάσα μου. Και τώρα μού τα πήραν όλα. Τι στο καλό θέλω εδώ πέρα, και ποια είμαι;

Η εξώπορτα του δωματίου με την ταπετσαρία είναι πάντα κλειδωμένη. Ξέρω καλά πως οδηγεί σε έναν διάδρομο. Εκεί στέκεται η Γκρέις και μιλάει με μια άλλη γυναίκα την οποία δεν έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Τη λένε Λία. Αφουγκράζομαι, αλλά δεν καταφέρνω να ακούσω τι κουβεντιάζουν.

Είναι οι ίδιοι ψίθυροι που άκουγα όλη μου τη ζωή, μόνο που τώρα προέρχονται από διαφορετικές φωνές.

Όταν πέφτει η νύχτα, κι η Γκρέις έχει πιει αρκετά και πέφτει ξερή, είναι εύκολο να της πάρω τα κλειδιά. Τώρα ξέρω πού τα φυλάει. Μετά ανοίγω την πόρτα και κάνω τη βόλτα μου στο δικό τους κόσμο. Είναι ένας κόσμος όπως πάντα τον φανταζόμουν, φτιαγμένος από χαρτόνι. Κάπου τον έχω ξαναδεί στο παρελθόν, αυτόν τον χαρτονένιο κόσμο όπου κυρίαρχα χρώματα είναι το καφέ, το βαθυκόκκινο και το κίτρινο και δεν υπάρχει πουθενά φως. Καθώς προχωράω στους διαδρόμους, εύχομαι να μπορούσα να δω τι κρύβεται πίσω από το χαρτόνι. Μου λένε ότι βρίσκομαι στην Αγγλία, όμως εγώ δεν τους πιστεύω. Στο ταξίδι για την Αγγλία, χάσαμε το δρόμο μας. Πότε; Πού; Δεν θυμάμαι, αλλά χαθήκαμε. Μήπως ήταν το απόγευμα στην καμπίνα, όταν εκείνος με βρήκε να μιλάω με το παιδί που μου έφερε φαγητό; Τύλιξα τα χέρια μου γύρω από το λαιμό του και του ζήτησα να με βοηθήσει. Κι εκείνος γύρισε στον άλλο και του είπε: «Δεν ήξερα τι να κάνω, κύριε.» Εγώ τότε έδωσα μια στα ποτήρια και τα πιάτα και τα έκανα κομμάτια πάνω στο φινιστρίνι. Είχα την ελπίδα ότι το τζάμι θα έσπαγε και θα μας πλημμύριζε η θάλασσα. Ήρθε μια γυναίκα και μετά ένας ηλικιωμένος που μάζεψε τα θρύψαλα από το πάτωμα. Όση ώρα το έκανε αυτό, δεν μου έριξε ούτε μια ματιά. Ο τρίτος άντρας μου είπε, πιες αυτό και θα κοιμηθείς. Το ήπια και είπα: «Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται» - «Το ξέρω. Ποτέ δεν είναι», μου απάντησε. Και μετά αποκοιμήθηκα. Όταν ξύπνησα, ταξιδεύαμε σε μια άλλη θάλασσα. Πιο κρύα. Νομίζω πως εκείνη τη νύχτα ήταν που αλλάξαμε πορεία, και χάσαμε το δρόμο μας για την Αγγλία. Γιατί αυτό το σπίτι από χαρτόνι, στο οποίο περιφέρομαι τις νύχτες, δεν βρίσκεται στην Αγγλία.

Ένα πρωί που ξύπνησα, όλο μου το σώμα πονούσε. Δεν ήταν από το κρύο, ήταν ένα άλλο είδος πόνου. Είδα πως οι καρποί μου ήταν κόκκινοι και πρησμένοι. Η Γκρέις είπε: «Πάω στοίχημα πως θα μου πεις ότι δεν θυμάσαι τίποτα από όσα συνέβησαν το περασμένο βράδι.»
«Πότε ήταν το περασμένο βράδι;» είπα.
«Χτες.»
«Δε θυμάμαι το χτες.»
«Χτες το βράδι ήρθε ένας κύριος να σε δει», είπε.
«Ποιος απ’ όλους;»

Γιατί ήξερα ότι κυκλοφορούσαν ξένοι στο σπίτι. Όταν πήρα τα κλειδιά και βγήκα στο διάδρομο, τους άκουσα κάπου μακριά να γελάνε και να τιτιβίζουν σαν πουλιά, και το κάτω πάτωμα ήταν φωτισμένο.

Στρίβοντας σε μια γωνία, είδα μια κοπέλα να βγαίνει από την κρεβατοκάμαρά της. Φορούσε ένα λευκό φόρεμα και σιγοτραγουδούσε έναν σκοπό. Κόλλησα στον τοίχο γιατί δεν ήθελα να με δει, όμως εκείνη σταμάτησε και κοίταξε γύρω της. Δεν είδε τίποτε άλλο πέρα από σκιές, είχα φροντίσει να μην με δει, ωστόσο εκείνη δεν έφτασε στο κεφαλόσκαλο. Το έβαλε στα πόδια. Συνάντησε άλλο ένα κορίτσι και το δεύτερο κορίτσι είπε: «Είδες κανένα φάντασμα;» – «Δεν είδα τίποτα αλλά νόμισα πως ένιωσα κάτι.» – «Ήταν το φάντασμα», είπε το δεύτερο κορίτσι και κατέβηκαν μαζί τις σκάλες.

«Ποιος από όλους ήρθε να με δει, Γκρέις Πουλ;» είπα.
Φυσικά δεν ήταν εκείνος. Ακόμα κι αν κοιμόμουν, θα το είχα καταλάβει. Δεν ήρθε ακόμα να με δει. Εκείνη είπε: «Πιστεύω πως θυμάσαι πολύ περισσότερα από όσα λες ότι θυμάσαι. Γιατί συμπεριφέρθηκες έτσι τη στιγμή που εγώ τους είχα υποσχεθεί ότι θα ήσουν ήρεμη και λογική; Ποτέ ξανά δεν θα επιχειρήσω να σε καλύψω. Ο αδερφός σου ήταν που ήρθε να σε δει.»
«Δεν έχω αδερφό.»
«Είπε πως ήταν αδερφός σου.»
Το μυαλό μου γύρισε πολλά χρόνια πίσω.
«Μήπως τον έλεγαν Ρίτσαρντ;»
«Δε μου είπε το όνομά του.»
«Τον ξέρω», είπα και πετάχτηκα από το κρεβάτι μου. «Έχω εδώ την απόδειξη, εδώ την έχω, αλλά την έκρυψα, όπως κρύβω το κάθε τι, για να μην τη δουν τα διαβολικά σου μάτια. Μα που είναι; Πού το έκρυψα; Μέσα στο παπούτσι μου; Κάτω από το στρώμα; Πάνω από τη ντουλάπα; Στην τσέπη του κόκκινου φορέματός μου; Πού, πού είναι το γράμμα; Ήταν μικρό, θυμάμαι καλά ότι στον Ρίτσαρντ δεν άρεσαν τα ατέλειωτα γράμματα. Αγαπητέ Ρίτσαρντ, έλα να με πάρεις από αυτό το μέρος, γιατί εδώ θα πεθάνω από το κρύο και τη σκοτεινιά.»

Η κυρία Πουλ είπε: «Δεν υπάρχει λόγος να τρέχεις πέρα δώθε και να ψάχνεις τώρα πια. Αυτός έφυγε και δεν θα ξαναγυρίσει – ούτε κι εγώ θα ξαναγύριζα, αν ήμουν στη θέση του.»

Είπα: «Δε θυμάμαι τι συνέβη. δεν μπορώ να θυμηθώ.»
«Όταν ήρθε να σε δει», είπε η Γκρέις Πουλ, «δε σε αναγνώρισε.»
«Άναψε τη φωτιά αν θες», είπα, «κρυώνω τρομερά.»
«Ο κύριος αυτός έφτασε εδώ ξαφνικά και επέμενε να σε δει, και να το ευχαριστώ που πήρε. Όρμησες πάνω του μ’ ένα μαχαίρι, κι όταν κατάφερε να σου πάρει το μαχαίρι, του δάγκωσες το χέρι. Δεν πρόκειται να τον ξαναδείς. Και δεν μου λες, πού το βρήκες αυτό το μαχαίρι; Τους είπα ότι το έκλεψες από μένα, αλλά εγώ είμαι πάντα πολύ προσεκτική. Τις ξέρω πολύ καλά κάτι τέτοιες σαν του λόγου σου. Δεν πήρες κανένα μαχαίρι από μένα. Μάλλον το αγόρασες εκείνη τη μέρα που σε έβγαλα έξω. Είπα στην κυρία Εφ ότι θα σου έκανε καλό να βγεις λίγο έξω.»
«Όταν πήγαμε στην Αγγλία», είπα.
«Ηλίθια», είπε, «στην Αγγλία είμαστε!»
«Δεν σε πιστεύω», είπα. «Ποτέ δεν θα με πείσετε.»
(Εκείνο το απόγευμα πήγαμε όντως στην Αγγλία. Είχε παντού γρασίδι και πρασινωπά νερά και ψηλά δέντρα που καθρεφτίζονταν μέσα στο νερό. Σκέφτηκα, λοιπόν, πως αυτό το μέρος ήταν η Αγγλία. Αν μπορούσα να πάω εκεί, θα γινόμουν και πάλι καλά κι η βοή μέσα στο κεφάλι μου θα σταματούσε. Άσε με να μείνω λίγο ακόμα, είπα, και τότε εκείνη κάθισε κάτω από ένα δέντρο και αποκοιμήθηκε. Λίγο πιο κάτω, ήταν ένα αμάξι κι ένα άλογο – μια γυναίκα κρατούσε τα γκέμια. Εκείνη ήταν που μου πούλησε το μαχαίρι. Το αντάλλαξα με το μενταγιόν που φορούσα στο λαιμό μου.)

Η Γκρέις Πουλ είπε: «Δηλαδή δεν θυμάσαι που ρίχτηκες με το μαχαίρι στον κύριο; Κι εγώ του είχα πει ότι θα ήσουν ήρεμη. ‘Πρέπει να της μιλήσω’, μου είπε. Τον προειδοποιήσαμε, βέβαια, αλλά δεν μας άκουγε. Ήμουν μέσα στο δωμάτιο, αλλά δεν άκουσα όλα όσα είπε, πέρα από το ‘Δεν μπορώ να επέμβω νομικώς ανάμεσα σε σένα και τον άντρα σου.’ Όταν είπε εκείνο το ‘νομικώς’, τότε ήταν που όρμησες πάνω του κι εκείνος σου έστριψε το χέρι για να σε αφοπλίσει κι εσύ τον δάγκωσες. Θες δηλαδή να πεις ότι δεν θυμάσαι τίποτα από όλα αυτά;»

Τώρα θυμάμαι πως δεν με αναγνώρισε. Τον είδα να με κοιτάζει και τα μάτια του στράφηκαν πρώτα στη μια γωνία του δωματίου και μετά στην άλλη, σαν να μην έβρισκαν αυτό που περίμεναν να δουν. Με κοίταξε και μου μίλησε σαν να του ήμουν εντελώς ξένη. Μα τι μπορείς να κάνεις όταν σου συμβαίνει κάτι τέτοιο; Τώρα εσύ γιατί με κοροϊδεύεις; «Ως και το κόκκινο φόρεμά μου έκρυψες για να μην το βρω; Αν το φορούσα, εκείνος θα με είχε αναγνωρίσει.»

«Κανείς δεν έκρυψε το φόρεμά σου», είπε. «Είναι κρεμασμένο στη ντουλάπα.»
Με κοίταξε και είπε: «Δεν πιστεύω να έχεις συνειδητοποιήσει πόσο καιρό είσαι κλεισμένη εδώ, καημενούλα μου.»
«Κάθε άλλο», είπα. «Μόνο εγώ ξέρω πόσο καιρό είμαι εδώ πέρα. Εκατοντάδες νύχτες και μέρες, που γλιστράνε μέσα από τα δάχτυλά μου. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Ο χρόνος δεν έχει κανένα νόημα. Όμως κάτι που μπορείς να αγγίξεις και να κρατήσεις, σαν το κόκκινο φόρεμά μου, αυτό μάλιστα, έχει νόημα. Πού είναι;»

Έστρεψε το κεφάλι της προς τη ντουλάπα και οι γωνίες του στόματός της έγειραν προς τα κάτω. Μόλις γύρισα το κλειδί στη ντουλάπα, το είδα να κρέμεται εκεί, κόκκινο σαν τη φωτιά, σαν το ηλιοβασίλεμα. Σαν τα φλεγόμενα λουλούδια. «Αν σε θάψουν κάτω από ένα φλεγόμενο δέντρο», είπα, «η ψυχή σου θα αναληφθεί όταν το δέντρο ανθίσει. Όλοι θέλουν να τους συμβεί αυτό.»

Κούνησε το κεφάλι της αλλά δεν έκανε βήμα, ούτε με άγγιξε.

Η μυρωδιά που έβγαζε το φόρεμα ήταν αδιόρατη στην αρχή, αλλά μετά έγινε πιο έντονη. Μύριζε νάρδο και πικραμύγδαλο, κανέλα και σκόνη, είχε το άρωμα που αναδίνουν οι λεμονιές όταν καρποφορούν. Το άρωμα του ήλιου και την ευωδιά της βροχής.

* * *

Πήρα το κόκκινο φόρεμα από την κρεμάστρα και το κράτησα μπροστά μου. «Με κάνει να φαίνομαι πρόστυχη και εξεζητημένη;» είπα. Γιατί έτσι μου είχε πει αυτός ο άντρας… «Είσαι άτιμη κόρη από άτιμη μάνα», μου είπε.

«Παράτα το», είπε η Γκρέις Πουλ, «κι έλα να φας το φαΐ σου. Φόρεσε το γκρίζο σάλι σου. Μου είναι αδύνατο να καταλάβω γιατί δεν σου δίνουν τίποτα καλύτερο. Αφού είναι πολύ πλούσιοι.»

Όμως εγώ κράτησα το φόρεμα στα χέρια μου και αναρωτήθηκα αν είχαν κάνει την πιο ποταπή και απαίσια πράξη: αν το είχαν αλλάξει όταν εγώ δεν ήμουν μπροστά. Γιατί μπορεί να το είχαν αλλάξει, και να μην ήταν πια αυτό το δικό μου φόρεμα – όμως τότε πώς κατάφεραν να πετύχουν την ίδια μυρωδιά;

«Μην κάθεσαι εκεί πέρα και τουρτουρίζεις», μου είπε μ’ έναν τόνο αρκετά ευγενικό για εκείνη.

 Άφησα το φόρεμα να πέσει στο πάτωμα και το βλέμμα μου πήγε από τη φωτιά στο φόρεμα και από το φόρεμα στη φωτιά.

Έριξα το γκρίζο σάλι στους ώμους μου αλλά της είπα πως δεν πεινούσα, κι εκείνη δεν προσπάθησε να με αναγκάσει να φάω, όπως κάνει καμιά φορά.

«Καλύτερα που δεν θυμάσαι τα χτεσινοβραδινά», είπε. «Ο κύριος λιποθύμησε κι έγινε χαμός εδώ πάνω. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο αίματα, κι έριξαν σε μένα το φταίξιμο που σε άφησα να του επιτεθείς. Και το αφεντικό έρχεται σε λίγες μέρες. Άλλη φορά δεν έχει βοήθεια από μένα. Έχεις ξεπεράσει κάθε όριο, και κανείς δεν μπορεί να σε βοηθήσει.»

Είπα: «Αν φορούσα το κόκκινο φόρεμά μου, ο Ρίτσαρντ θα με είχε αναγνωρίσει.»
«Το κόκκινο φόρεμά σου», είπε και γέλασε.

 Όμως εγώ κοίταξα το φόρεμα στο πάτωμα κι ήταν σαν να είχε απλωθεί η φωτιά σε όλο το δωμάτιο. Ήταν πανέμορφο και μου θύμισε κάτι που έπρεπε να κάνω. Νόμιζα πως όπου να’ ναι θα κατάφερνα να θυμηθώ. Θα ξαναβρώ τη μνήμη μου από στιγμή σε στιγμή.



Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom)

Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal τον Νοέμβριο του 2017 (http://fractalart.gr/i-aperanti-thalassa-twn-sargasswn/)

Tuesday, February 3, 2026

Giovanni Verga: Αγροτική Ιπποσύνη

  
Από τη μέρα που ο Τουρίντου Μάκα, ο γιος της κυρα-Νούντσια, απολύθηκε από τον στρατό, έβγαινε κάθε Κυριακή κι έκανε τις βόλτες του στην πλατεία και καμάρωνε σαν τον διάνο φορώντας τη στολή του οπλίτη και το κόκκινο κασκέτο, ίδιο με το φέσι του τσιγγάνου που κάθεται και λέει τη μοίρα πίσω από τον πάγκο με τα καναρίνια. Τα κορίτσια, με τη μύτη χωμένη στο σάλι τους, τον έτρωγαν με τα μάτια τους στο δρόμο για την εκκλησία, και τα πιτσιρίκια στροβιλίζονταν γύρω του σαν μύγες. Είχε φέρει και μια πίπα, που είχε πάνω στο κύπελλό της σκαλισμένο τον βασιλιά στο άλογό του, τόσο ζωντανό που νόμιζες ότι θα σου μιλήσει – και ο Τουρίντου άναβε τα σπίρτα στο πίσω μέρος του παντελονιού του ανασηκώνοντας το ένα του πόδι λες κι ήθελε να δώσει καμιά κλωτσιά. Μάταιος κόπος, φυσικά, αφού η Λόλα, η κόρη του κυρίου Άντζελο, είχε χαθεί από προσώπου γης, ούτε στο μπαλκόνι της είχε φανεί ούτε και στη λειτουργία από τότε που αρραβωνιάστηκε έναν τύπο από τη Λικόντια, αμαξά στο επάγγελμα και μάλιστα από τζάκι, που είχε και τέσσερα μουλάρια από το Σορτίνο στους στάβλους του. Μόλις ο Τουρίντου έμαθε τα καθέκαστα, ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε! Πολύ θα ήθελε να του βγάλει τ’ άντερα, αυτό ήθελε να του κάνει αυτουνού του μασκαρά απ’ τη Λικόντια. Αλλά, βέβαια, δεν έκανε τίποτα τέτοιο, μόνο αρκέστηκε σε σπαραξικάρδιες καντάδες κάτω από το παράθυρο της καλής του.

-Μα δεν έχει τίποτ’ άλλο να κάνει αυτό το παιδί, παρά να κάθεται και να τραγουδάει όλη νύχτα σαν μοναχικός σπουργίτης; απορούσαν οι γείτονες.

Κι έφτασε επιτέλους η μέρα που έπεσε πάνω στη Λόλα η οποία είχε πάει να προσευχηθεί στην Παναγία. Εκείνη, λοιπόν, ούτε χλόμιασε ούτε και κοκκίνισε μόλις τον είδε, σα να της ήταν αδιάφορος.

-Νά ‘ξερες πόσο χαίρομαι που σε βλέπω! είπε ο Τουρίντου.
-Βρε τον Τουρίντου! Έμαθα πως γύρισες στις αρχές του μήνα.
-Κι εγώ έμαθα πολλά και διάφορα! της απάντησε. Στ’ αλήθεια δηλαδή θα παντρευτείς τον Άλφιο, τον αμαξά!
-Αφού είναι θέλημα Θεού! είπε η Λόλα σφίγγοντας με το χέρι της τις δυο άκρες του μαντιλιού της κάτω απ’ το πηγούνι της.
-Και το θέλημα του Θεού είναι αυτό που σε συμφέρει! Για να ‘χουμε καλό ρώτημα, θέλημα Θεού ήταν και που ήρθα από τόσο μακριά για ν’ ακούσω αυτά τα υπέροχα νέα, κυρία Λόλα;

Προσπαθούσε ο καημένος να δείξει πως η υπόθεση δεν τον ενδιέφερε, αλλά η φωνή του ακουγόταν βαριά - και περπατούσε μπροστά από την κοπέλα μ’ έναν κομπασμό που έκανε τη φούντα του κασκέτου του να χοροπηδάει πάνω στους ώμους του. Η κοπέλα δεν μπορούσε να τον βλέπει έτσι κατσουφιασμένο, αλλά δεν της έκανε καρδιά να τον ξεγελάσει με γλυκόλογα.
-Άκου φίλε μου Τουρίντου, είπε, πρέπει να μ’ αφήσεις να πάω με τις άλλες. Τί θα πουν οι γείτονες αν μας δουν μαζί;
-Δίκιο έχεις, απάντησε ο Τουρίντου. Τώρα που θα πάρεις τον Άλφιο που έχει τέσσερα μουλάρια στους στάβλους του, δεν θα ‘ναι σωστό να σε σχολιάζουν. Τον καιρό που υπηρετούσα, όμως, η καημένη η μανούλα μου αναγκάστηκε να πουλήσει το ψωρομούλαρό μας κι εκείνο το αμπελάκι που είχαμε πλάι στη δημοσιά. Άλλαξαν φαίνεται τα πράγματα κι έχεις ξεχάσει τις μέρες που καθόμασταν και κουβεντιάζαμε ώρες ολόκληρες ή τότε που μου έδωσες ετούτο δω το μαντίλι λίγο πριν φύγω κι ένας θεός ξέρει πόσα δάκρυα σκούπισα μ’ αυτό καθώς έφευγα για μέρη τόσο μακρινά που κόντεψα να ξεχάσω το όνομα του τόπου μας. Άντε γεια, κυρία Λόλα. Καιρός είναι να κλείσουμε τους λογαριασμούς μας και να βάλουμε τέλος στη φιλία μας.

Και η κυρία Λόλα όχι μόνο παντρεύτηκε τον αμαξά της, αλλά μάλιστα βγήκε και την επόμενη Κυριακή στο μπαλκόνι της με τα χέρια στη μέση για να δουν όλοι τα εντυπωσιακά χρυσά δαχτυλίδια που της χάρισε ο άντρας της.

Ο Τουρίντου συνέχισε τις βόλτες του στο σοκάκι με την πίπα στα χείλια και τα χέρια στις τσέπες παριστάνοντας τον αδιάφορο και κλείνοντας το μάτι στα κορίτσια - αλλά γινόταν έξαλλος στη σκέψη ότι ο σύζυγος της Λόλας ήταν τόσο πλούσιος κι ότι εκείνη δεν του έδινε την παραμικρή σημασία καθώς περνούσε κάτω από το μπαλκόνι της.

-Θα στη φτιάξω εγώ, και θα σε πάρω από αυτό το βρομόσκυλο! έλεγε μέσα απ’ τα δόντια του.

Απέναντι από το σπίτι του Άλφιο έμενε ο κύριος Κόλα ο αμπελουργός, που λέγανε πως ήταν ζάπλουτος, και είχε μια κόρη.

Ο Τουρίντου έλεγε κι έκανε τόσα πολλά που ο κύριος Κόλα τον πήρε τελικά στη δουλειά του – κι εκείνος δεν έχασε καιρό κι άρχισε να μπαινοβγαίνει στο σπίτι και να λέει διάφορα γλυκόλογα στο κορίτσι.

-Πώς και δεν τα λες όλα αυτά τα χαριτωμένα στην κυρία Λόλα; τον ρωτούσε η Σάντα.
-Η Λόλα είναι μεγάλη κυρία τώρα! Η Λόλα τώρα έχει πάρει κοτζάμ βασιλιά για σύζυγο!
-Μάλλον εγώ είμαι πολύ λίγη για έναν βασιλιά.
-Εσύ αξίζεις όσο εκατό Λόλες. Ξέρω όμως κάποιον που δεν θα έδινε δεκάρα για την κυρία Λόλα και τον αφέντη της, αν έβλεπε εσένα. Γιατί αυτή δεν είναι άξια ούτε τα παπούτσια να σου δέσει, μα την αλήθεια!
-Όσα δεν φτάνει η αλεπού...
-Τους λέει, τί χαριτωμένα που είστε, μικρά μου σταφυλάκια!
-Κάτω τα ξερά σου, επιτέλους, βρε Τουρίντου!
-Φοβάσαι μη σε φάω;
-Όχι δα! Ούτε εσένα φοβάμαι, ούτε τον Θεό σου.
-Καλά πια, όλοι το ξέρουμε ότι η μητέρα σου ήταν από τη Λικόντια. Είσαι θερμόαιμο κορίτσι. Θα μπορούσα να σε φάω με τα μάτια μου!
-Αν είναι έτσι, να με φας με τα μάτια σου και να μην αφήσεις ούτε ψιχουλάκι. Αλλά στο μεταξύ άντε φέρε μου εκείνο το δεμάτι με τις βέργες.
-Κι όλο το σπίτι θα σήκωνα για χάρη σου, μα την αλήθεια!

Για να μην προσέξει το κοκκινισμένο της πρόσωπο, άρπαξε μια βέργα και του την πέταξε, και λίγο έλειψε να τον πετύχει.

-Κόφτο! Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια.
-Αν ήμουν πλούσιος, Σάντα, μια γυναίκα σαν εσένα θα παντρευόμουν!
-Δεν πρόκειται να πάρω κανέναν βασιλιά, σαν τη Λόλα, αλλά όταν ο Κύριος μού στείλει το σωστό παιδί, θα έχω κι εγώ την προίκα μου όπως κι εκείνη.
-Ναι, βέβαια, το ξέρουμε πως είσαι πλούσια!
-Μιας και ξέρεις τόσα πολλά, βούλωσέ το, γιατί όπου να ‘ναι θα ‘ρθει ο πατέρας μου και δεν έχω καμία όρεξη να με κάνει τσακωτή στην αυλή.

Ο πατέρας στραβομουτσούνιασε αλλά η κοπέλα έκανε πως δεν το πρόσεξε γιατί η φούντα του κασκέτου του οπλίτη είχε κάνει τα φυλλοκάρδια της να τρέμουν και χόρευε ασταμάτητα μπροστά στα μάτια της. Όταν ο πατέρας της έδιωξε τον Τουρίντου από το σπίτι, η κόρη έβγαινε στο παράθυρό της κι ήταν ικανή να κάθεται και να του μιλάει όλο το απόγευμα, μέχρι που η γειτονιά δεν είχε άλλο θέμα για συζήτηση.

-Είμαι τρελός για σένα, έλεγε ο Τουρίντου. Δε μπορώ να φάω κι έχω χάσει τον ύπνο μου.
-Μωρέ τί μας λες!
-Μακάρι να ήμουν ο γιος του Βίκτωρα Εμμανουήλ(*) για να σε παντρευτώ!
-Μπα;
-Μα την Παναγία, θα μπορούσα να σε φάω σαν ζαχαρωτό!
-Τώρα μάλιστα!
-Στην τιμή μου!
-Βρε τί έπαθα!

Η Λόλα, λοιπόν, που τ’ άκουγε όλα αυτά κάθε βράδυ κρυμμένη πίσω από μια γλάστρα με μυριστικό βασιλικό, πότε άσπριζε και πότε κοκκίνιζε, και μια μέρα φώναξε στον Τουρίντου:

-Άλλο και τούτο, φίλε μου Τουρίντου, οι παλιοί καλοί φίλοι να μη χαιρετιούνται!
-Για τ’ όνομα του Θεού! είπε μ’ έναν αναστεναγμό ο Τουρίντου, ευλογημένος όποιος σε χαιρετήσει!
-Άμα θες να με χαιρετήσεις, το σπίτι μου το ξέρεις, απάντησε η Λόλα.

Και ο Τουρίντου άρχισε να την χαιρετάει τόσο συχνά που η Σάντα το πρόσεξε και τού ‘κλεινε το παράθυρο στα μούτρα. Οι γείτονες τον έδειχναν χαμογελώντας ή κουνούσαν το κεφάλι τους όταν περνούσε με τη στολή του οπλίτη. Ο σύζυγος της Λόλας έλειπε, είχε πάει περιοδεία με τα μουλάρια του στα πανηγύρια της περιοχής.

-Λέω να πάω την Κυριακή να εξομολογηθώ, γιατί είδα χτες στον ύπνο μου μαύρα σταφύλια, είπε η Λόλα.
-Μην πας από τώρα! την παρακάλεσε ο Τουρίντου.
-Όχι, όχι, τώρα που έρχεται Πάσχα, ο άντρας μου θα θέλει να μάθει γιατί δεν πήγα να εξομολογηθώ.
-Αχά! μουρμούρισε η Σάντα περιμένοντας τη σειρά της γονατιστή μπροστά στον εξομολόγο όπου η Λόλα έπαιρνε άφεση αμαρτιών. Στη ζωή μου, δε θα σ’ έστελνα στη Ρώμη για να μετανοήσεις!

Ο καλός μας ο Άλφιο γύρισε πίσω με τα μουλάρια του και με σεβαστά κέρδη κι έκανε δώρο στη γυναίκα του ένα ωραίο φόρεμα για τις γιορτές.

-Καλά κάνεις και της φέρνεις δώρα, του είπε η γειτόνισσά του η Σάντα. Γιατί και η γυναίκα σου, όσο έλειπες, μια χαρά το στόλιζε το σπιτικό σου με τις προστυχιές της!
Ο κύριος Άλφιο ήταν από κείνους τους αμαξάδες που πάνω από όλα βάζουν την τιμή τους κι έτσι, με το που άκουσε να κουτσομπολεύουν τη γυναίκα του μ’ αυτό τον τρόπο άλλαξε χρώμα, λες και τον είχαν μαχαιρώσει.
-Που να πάρει ο διάολος! φώναξε. Έτσι κι έκανες λάθος, δεν θα σου αφήσω μάτια για να κλαις, ούτε σ’ εσένα ούτε σ’ όλο σου το σόι!
-Έχω ξεχάσει πώς κλαίει ο κόσμος! απάντησε η Σάντα. Δεν έκλαψα ούτε κι όταν είδα με τα ίδια μου τα μάτια το γιο της κυρα-Νούντσια, τον  Τουρίντου, να μπαίνει νύχτα στο σπίτι της γυναίκας σου.
-Αν είναι έτσι, να ‘σαι καλά που μου άνοιξες τα μάτια.

Τώρα που ο σύζυγος γύρισε σπίτι του, ο Τουρίντου δεν περνούσε πια τις μέρες του στο σοκάκι, αλλά έπνιγε τον καημό του στην ταβέρνα με τους φίλους του - κι ανήμερα το Πάσχα έβαλαν σ’ ένα τραπέζι ένα πιάτο μ’ ένα τεράστιο λουκάνικο. Με το που μπήκε μέσα ο κύριος Άλφιο, ο Τουρίντου κατάλαβε το λόγο της εμφάνισής του από τον τρόπο που τον κοίταξε, κι άφησε το πιρούνι πάνω στο πιάτο του.

-Τί μπορώ να κάνω για σένα, φίλε μου Άλφιο; ρώτησε.
-Τίποτα σπουδαίο, φίλε μου Τουρίντου. Είναι που έχω πολύ καιρό να σε δω και θέλω να μιλήσουμε για το θέμα.
Ο Τουρίντου του πρόσφερε αμέσως ένα ποτήρι, αλλά ο Άλφιο το έσπρωξε πέρα με το χέρι του. Ο Τουρίντου τότε σηκώθηκε πάνω και τού είπε:
-Όποτε θέλεις, φίλε μου Άλφιο.
Ο αμαξάς έριξε το χέρι του στους ώμους του νεαρού.
-Έλα αύριο το πρωί στις φραγκοσυκιές της Καντσίρια και θα τα πούμε, φίλε μου Τουρίντου.
-Μόλις βγει ο ήλιος, άντε στη δημοσιά και περίμενέ με. Θα έρθω για να πάμε μαζί ως εκεί».

Και μ’ αυτά τα λόγια, αντάλλαξαν το φιλί της πρόκλησης. Ο Τουρίντου έσφιξε ανάμεσα στα δόντια του το αυτί του αμαξά επιβάλλοντας έτσι στον εαυτό του την αυριανή του υποχρέωση.

Οι φίλοι αποσύρθηκαν σιωπηλά από το πιάτο με το λουκάνικο και συνόδεψαν τον Τουρίντου ως το σπίτι του. Η καημένη η κυρα-Νούντσια είχε συνηθίσει να τον περιμένει ως αργά κάθε νύχτα.

-Μάνα, είπε ο Τουρίντου, θυμάσαι τότε που έφυγα για τον στρατό, που φοβόσουν ότι δε θα γύριζα πίσω; Δώσε μου λοιπόν ένα φιλάκι σαν και τότε γιατί αύριο θα φύγω για μακρύ ταξίδι!

Και πριν καλά – καλά ξημερώσει πήρε το στιλέτο του, που το είχε καλά κρυμμένο κάτω από τα άχυρα όσον καιρό υπηρετούσε, και ξεκίνησε για τις φραγκοσυκιές της Καντσίρια.

-Για τ’ όνομα του Θεού! Πού πας με τέτοια λύσσα; φώναξε η Λόλα τρομοκρατημένη την ώρα που ο άντρας της έφευγε από το σπίτι.
-Δεν θα πάω μακριά, απάντησε ο Άλφιο. Να εύχεσαι όμως να μη γυρίσω πίσω!

Η Λόλα έπεσε στα πόδια του κρεβατιού με το νυχτικό της και το ‘ριξε στις προσευχές. Πίεσε στα χείλη της ένα κομποσκοίνι που της είχε φέρει απ’ τους Αγίους Τόπους ο αδελφός Μπερναρντίνο κι είπε όσα Άβε Μαρία ήξερε και δεν ήξερε.

-Φίλε μου Άλφιο, άρχισε ο Τουρίντου ενώ είχε κάνει κάμποσο δρόμο πλάι στον συνοδοιπόρο του, ο οποίος παρέμενε σιωπηλός με το καπέλο του κατεβασμένο ως τα μάτια του. Μάρτυράς μου ο Θεός, το ξέρω πως έχω άδικο και θα ‘πρεπε να σ’ αφήσω να με σκοτώσεις. Αλλά λίγο πριν έρθω εδώ, είδα τη γριούλα μου - ξύπνησε από νωρίς η κακομοίρα για να με ξεπροβοδίσει με την πρόφαση ότι έπρεπε να ταΐσει τα κοτόπουλα, αλλά η καρδιά της θα πρέπει να τής είπε την αλήθεια. Και, μάρτυράς μου ο Θεός, θα σε σκοτώσω σαν σκυλί προτού η καημενούλα μου κλάψει για μένα!
-Τόσο το καλύτερο, απάντησε ο κύριος Άλφιο βγάζοντας το σακάκι του. «Βάλε τα δυνατά σου και το ίδιο θα κάνω κι εγώ.

Ήταν κι οι δύο άξιοι αντίπαλοι. Ο Τουρίντου χτυπήθηκε πρώτος και, όπως ήταν αναμενόμενο, πληγώθηκε στο χέρι. Αλλά υπολόγισε σωστά την αντεπίθεσή του και στόχευε τώρα στο τελειωτικό χτύπημα.

-Α, ρε φίλε μου Τουρίντου, το ‘χεις βάλει σκοπό να με ξεπαστρέψεις!
-Δεν στο είπα; Από την ώρα που είδα τη γριούλα μου να βγαίνει έξω για να ταΐσει τα κοτόπουλα, το πρόσωπό της δεν λέει να φύγει από τα μάτια μου.
-Άνοιξε τότε τα στραβά σου, του φώναξε ο Άλφιο, γιατί έχω πολλούς λογαριασμούς να ξεκαθαρίσω μαζί σου.

Κι όπως στεκόταν σ’ επιφυλακή σκύβοντας προς τα κάτω για να μπορεί να κρατάει το αριστερό του χέρι πάνω στην πληγή που πονούσε, με τον αγκώνα του ν’ ακουμπάει σχεδόν στο χώμα, άρπαξε ξαφνικά μια χούφτα σκόνη και την πέταξε στα μάτια του αντιπάλου του.

-Να πάρει! φώναξε ο Τουρίντου, την έβαψα!

Προσπάθησε να του ξεφύγει κάνοντας απελπισμένα βήματα προς τα πίσω, αλλά ο Άλφιο τον αποτέλειωσε με μια ακόμη μαχαιριά στο στομάχι και μια τρίτη στο λαιμό.

-Και τούτη εδώ είναι για την τιμή του σπιτιού μου που πήγες και τη λέρωσες! Μπορεί τώρα η μάνα σου να ξεχάσει να ταΐσει τα κοτόπουλά της!

Ο Τουρίντου παραπάτησε λίγο εδώ κι εκεί ανάμεσα στις αχλαδιές και τελικά έπεσε κάτω νεκρός. Το αίμα ξεπήδησε σαν κόκκινος αφρός απ’ το λαρύγγι του και δεν πρόλαβε ούτε να φωνάξει: «Μάνα μου!...».


Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom)

H μετάφραση αυτή πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παρουσία, τ. 5. και αργότερα στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal τον Μάιο του 2017 (http://fractalart.gr/giovanni-verga-agrotiki-ipposyni/)

Sunday, February 1, 2026

Rubén Darío: Η Κάμπια


Λες και, ενώ μιλούσε για τον Μπενβενούτο Τσελίνι, κάποιος χαμογέλασε ειρωνικά με τη μαρτυρία του μεγάλου αρχιτέκτονα στην Αυτοβιογραφία του ότι είδε μια φορά μια σαλαμάνδρα, ο Ισαάκ Κομοδάνο είπε:

-Μη χαμογελάτε. Ορκίζομαι ότι κι εγώ έχω δει, όπως σας βλέπω και με βλέπετε, όχι βέβαια σαλαμάνδρα, αλλά μια κάμπια ή έμπουσα.

Θα σας αφηγηθώ με λίγα λόγια το περιστατικό.

Γεννήθηκα σ' έναν τόπο όπου, όπως σ' όλη σχεδόν την Αμερική, ο κόσμος καταπιανόταν με τη μαγεία και οι μάγοι επικοινωνούσαν με τις αόρατες δυνάμεις. Οι μυστηριώδεις ιθαγενείς δεν αφανίστηκαν όταν κατέφθασαν οι κατακτητές. Ίσα ίσα μάλιστα, με την έλευση του καθολικισμού, έγινε πλέον συνήθεια η επίκληση υπερφυσικών δυνάμεων, η πίστη στο δαιμονισμό και στο κακό μάτι. Και θυμάμαι πολύ καλά πως στην πόλη όπου πέρασα τα παιδικά μου χρόνια, ο κόσμος μιλούσε για διαβολικά στοιχειά, για φαντάσματα και για πνεύματα λες κι επρόκειτο για πράγματα πολύ συνηθισμένα. Θα σας πω μερικά παραδείγματα για να καταλάβετε: το φάντασμα ενός Ισπανού συνταγματάρχη εμφανίστηκε μια μέρα στο γιο μιας φτωχής οικογένειας, η οποία ζούσε στη γειτονιά μου, και του φανέρωσε ένα θησαυρό θαμμένο στην αυλή. Το παιδί έμεινε στον τόπο όταν αντίκρισε αυτό το αλλόκοτο θέαμα, αλλά η οικογένειά του έγινε ζάπλουτη, κι οι απόγονοί της έχουν ακόμα ένα σωρό λεφτά. Ένας επίσκοπος, πάλι, είδε μπροστά του έναν άλλον επίσκοπο ο οποίος του υπέδειξε ένα μέρος όπου βρισκόταν ένα έγγραφο που για χρόνια ήταν χαμένο στα αρχεία του Καθεδρικού ναού. Μια άλλη φορά, ο διάβολος εμφανίστηκε σε μια γυναίκα μπαίνοντας από το παράθυρό της, κι εγώ το ξέρω καλά το σπίτι της. Η γιαγιά μου έπαιρνε όρκο πως τις νύχτες έκανε την εμφάνισή του ένας φρικτός καλόγερος χωρίς κεφάλι, μ' ένα χέρι τεράστιο και τριχωτό, ο οποίος τριγυρνούσε μόνος, σαν κολασμένη αράχνη. Όλα αυτά μόνο ακουστά τα έχω, από τότε που ήμουν παιδί. Αυτό όμως που είδα, αυτό που έπιασα με τα χέρια μου, το έζησα στα δεκαπέντε μου χρόνια. Αυτό που εγώ είδα κι έπιασα με τα χέρια μου, ήταν κάτι απ' τον κόσμο των σκιών και των σκοτεινών μυστηρίων.

Σ' εκείνη την πόλη, όπως σε κάποιες ισπανικές πόλεις της επαρχίας, όλοι οι γείτονες κλείδωναν τις πόρτες τους στις οχτώ και το αργότερο στις εννιά το βράδυ. Οι δρόμοι έμεναν έρημοι και σιωπηλοί. Ο μοναδικός ήχος ήταν το χουχούτισμα καμιάς κουκουβάγιας πάνω σε κάποιο γείσο ή το γάβγισμα κανενός σκυλιού πέρα μακριά.

Όποιος έβγαινε έξω για να φωνάξει το γιατρό ή τον παπά ή για άλλη νυχτερινή ανάγκη, έπρεπε να περπατήσει δύσβατα σοκάκια γεμάτα λακκούβες τα οποία ίσα που φωτίζονταν από τις λάμπες πετρελαίου που έριχναν το λιγοστό τους φως κρεμασμένες στους φανοστάτες.

Kαμιά φορά, ακουγόταν μια ηχώ από μουσική και τραγούδια. Ήταν καντάδες ισπανικού τύπου, άριες και ρομάντζες γεμάτες γλυκόλογα που απηύθυνε ο νέος στην καλή του με τη συνοδεία μιας κιθάρας. Αυτές οι καντάδες είχαν πολλές παραλλαγές στην εκτέλεσή τους: τις τραγουδούσε ο ίδιος ο ερωτευμένος νέος με την κιθάρα του, αλλά μπορούσε να κάνει το ίδιο και μια μικρή μπάντα, ένα κουαρτέτο ή ένα σεπτέτο, μέχρι και ολόκληρη ορχήστρα με πιάνο ήταν ικανός να φέρει ο νέος, εφόσον είχε λεφτά, για να παίξει κάτω απ' τα παράθυρα της δεσποσύνης των ονείρων του.

Εγώ ήμουν δεκαπέντε χρονών, γεμάτος ανησυχίες για με τη ζωή και τον κόσμο. Και μια απ' τις μεγαλύτερες φιλοδοξίες μου ήταν να μπορέσω να βγω στο δρόμο και να τρυπώσω σε κάποια απ’ αυτές τις παρέες των κανταδόρων. Πώς όμως θα τα κατάφερνα;

Η αδερφή της γιαγιάς μου, που με φρόντιζε από παιδάκι, κάθε φορά που τέλειωνε τις προσευχές της έκανε επιθεώρηση σ' όλο το σπίτι, κλείδωνε όλες τις πόρτες, έπαιρνε τα κλειδιά και πήγαινε για ύπνο μόνο όταν σιγουρευόταν πως είχα αποκοιμηθεί κάτω από την κουνουπιέρα μου. Μια μέρα, που λέτε, έμαθα πως το βράδι θα γινόταν καντάδα. Σα να μην έφτανε αυτό, ένας φίλος μου, που ήταν συνομήλικός μου, θα πήγαινε στη γιορτή και μου είχε περιγράψει τη μαγική της ατμόσφαιρα με τα πιο ζωηρά χρώματα. Ήμουν πολύ ανήσυχος ώσπου να νυχτώσει, γιατί σκεφτόμουν και κατέστρωνα το σχέδιο της απόδρασής μου. Κι έτσι, όταν έφυγαν οι επισκέπτες της γιαγιάς μου - ανάμεσά τους ήταν ένας παπάς και δυο δικηγόροι - που έρχονταν συχνά πυκνά για να μιλήσουν για τα πολιτικά ή για να παίξουν χαρτιά μαζί της, αφού λοιπόν τέλειωσε τις προσευχές της κι όλοι έπεσαν για ύπνο, το μόνο που με απασχολούσε ήταν να βάλω σε εφαρμογή το σχέδιό μου: να βουτήξω ένα κλειδί απ' τη σεβάσμια κυρία.

Το έκανα μετά από τρεις ώρες, και μάλιστα με μεγάλη ευκολία, γιατί ήξερα πού άφηνε τα κλειδιά κι επιπλέον κοιμόταν του καλού καιρού. Έχοντάς το πια στην κατοχή μου και ξέροντας σε ποια πόρτα αντιστοιχούσε, κατάφερα τελικά να βγω στο δρόμο τη στιγμή ακριβώς που άρχιζαν από μακριά ν' ακούγονται οι νότες των βιολιών, των φλάουτων και των βιολοντσέλων. Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα αληθινός άντρας. Ακολουθώντας τη μελωδία, έφτασα γρήγορα στο μέρος όπου γινόταν η καντάδα. Όσο έπαιζαν οι μουσικοί, οι παρευρισκόμενοι έπιναν μπύρες και ηδύποτα. Ύστερα ένας ράφτης, που έκανε τον τενόρο, άρχισε να τραγουδάει Στο φως του χλωμού φεγγαριού και στη συνέχεια Θυμάσαι τότε που η αυγή... Μπαίνω σε τόσες λεπτομέρειες για να καταλάβετε πόσο έντονα έχει τυπωθεί στη μνήμη μου εκείνη η νύχτα που μου συνέβη το παράξενο περιστατικό. Όταν τέλειωσαν τη καντάδα τους προς τη μια Δουλτσινέα, αποφάσισαν να στηθούν κάτω απ' τα παράθυρα μιας άλλης. Περάσαμε απ' την πλατεία του Καθεδρικού ναού. Και τότε... Σας είπα πριν πως ήμουν δεκαπέντε χρονών, ζούσα στον Τροπικό, και μέσα μου φούντωναν επιτακτικά όλες οι ανησυχίες της εφηβείας... Και στη φυλακή του σπιτιού μου, απ' την οποία έβγαινα μόνο για να πάω στο γυμνάσιο, με τέτοια αυστηρή επιτήρηση και με όλες αυτές τις πρωτόγονες συνήθειες, αγνοούσα όλα τα μυστήρια της ζωής. Και τότε... φανταστείτε τον ενθουσιασμό μου όταν, περνώντας απ' την πλατεία του Καθεδρικού ναού μαζί με τους κανταδόρους, είδα, καθισμένη σ' ένα πεζοδρόμιο, τυλιγμένη σε μια μαντίλα ίδια με κουκούλι και εκστασιασμένη, σαν παραδομένη σε κάποιο όνειρο, μια γυναίκα! Κοντοστάθηκα.

Ήταν νέα; Γριά; Ζητιάνα; Τρελή; Δε με ενδιέφερε τίποτα! Εγώ πήγαινα να κάνω την ανακάλυψη που ονειρευόμουν, να ζήσω την περιπέτεια που επιθυμούσα.

Οι κανταδόροι, στο μεταξύ, απομακρύνθηκαν.

Το φως των φαναριών της πλατείας ήταν λιγοστό. Πλησίασα. Της μίλησα. Δε θα ισχυριστώ πως της είπα λόγια τρυφερά, αλλά λόγια φλογερά και αγωνιώδη. Καθώς δεν κατάφερα να της αποσπάσω κάποια απάντηση, έσκυψα κι ακούμπησα την πλάτη αυτής της γυναίκας που δεν ήθελε να μου μιλήσει και που έκανε ό, τι μπορούσε για να μη δω το πρόσωπό της. Η αλήθεια είναι πως φέρθηκα απερίσκεπτα και αλαζονικά. Κι όταν πια νόμιζα πως είχα νικήσει, αυτή η σιλουέτα γύρισε προς το μέρος μου, αποκάλυψε το πρόσωπό της κι εμένα μου κόπηκαν τα ήπατα! Το κεφάλι της ήταν γλοιώδες και παραμορφωμένο, το ένα της μάτι κρεμόταν πάνω στο κοκαλιάρικο και μπιμπικιασμένο μάγουλό της. Μου ήρθε μια μπόχα μούχλας και αποσύνθεσης. Απ’ το αηδιαστικό της στόμα, ακούστηκε κάτι σαν βραχνό γέλιο. Και μετά αυτό το «πράγμα», κάνοντας την πιο φρικιαστική γκριμάτσα, έβγαλε έναν ήχο που θα μπορούσα να σας τον αναπαραστήσω κάπως έτσι:

-Κγκγκγκγκ!...

Μου σηκώθηκαν οι τρίχες, πετάχτηκα πάνω, ούρλιαξα μ' όλη μου τη δύναμη κι έβαλα τις φωνές.

Όταν ήρθαν τρέχοντας κάποιοι απ' τους κανταδόρους, το «πλάσμα» είχε εξαφανιστεί.

Σας δίνω το λόγο της τιμής μου, κατέληξε ο Ισαάκ Κοδομάνο, πως η ιστορία που σας αφηγήθηκα είναι πέρα για πέρα αληθινή.    



Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom)

H μετάφραση πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γραφή, τ. 42 και αργότερα στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal τον Ιανουάριο του 2017 (http://fractalart.gr/ruben-dario/)

William Henry Poe: Ο Πειρατής

Είχα πάει στην Αβάνα το καλοκαίρι του 182- για δουλειά, κι αφού τακτοποίησα το ζήτημά μου όπως ήθελα, κανόνισα να επιστρέψω μ’ ένα καράβι με...